«Ἀρεοπαγιτικὰ» Συγγράμματα

Κατὰ τὸ α’ μισὸ τοῦ 6ου αἰῶνος ἐμφανίστηκε στὴν Κωνσταντινούπολι προερχόμενο ἀπὸ τὴ Συρία ἢ τὴν Ἀλεξάνδρεια, ἕνα σαφῶς μονοφυσιτικὸ σῶμα περίπου δέκα συγγραμμάτων καὶ δέκα ἐπιστολῶν μὲ ἔντονη ὀσμὴ παγανίλας καὶ μὲ ἰδιαίτερη ἀδυναμία στὴ μυστηκιστικὴ κι ὀργιαστικὴ εἰδωλολατρικὴ ὁρολογία καὶ στὶς ἐνθουσιαστικὲς καὶ μυστικοπαθεῖς ἀνατριχίλες καὶ μπαροῦφες τῆς μανιακῆς «θεοσοφίας». ἡ ξένη πρὸς τὸ Χριστιανισμὸ ὀσμὴ αὐτὴ εἶναι μὴ διαγνώσιμη ἀπὸ λογίους κι ἐπιστήμονες μὴ ἐξοικειωμένους μὲ εἰδωλολατρικὰ θεολογικὰ κείμενα. γι’ αὐτὸ κι ὁ συντάκτης τῶν κειμένων αὐτῶν εὐκολώτερα πουλάει φύκια γιὰ μεταξωτὲς κορδέλλες σ’ αὐτούς.

Ἔτσι τὰ ἐν λόγῳ μονοφυσιτικὰ κείμενα παρουσιάζονται ὡς «Συγγράμματα Διονυσίου τοῦ ἀρεοπαγίτου», τοῦ Ἀθηναίου μαθητοῦ τοῦ ἀποστόλου Παύλου (Πξ 55,21)1. πρόκειται γιὰ τὴ δεύτερη σὲ ὁλκὴ κι ἀποτελεσματικότητα πλαστογραφία στὴν παγκόσμια γραμματεία μετὰ τὴν παρασκευὴ τοῦ μασοριτικοῦ κειμένου τῆς Π. Διαθήκης καὶ πρὶν ἀπὸ τὴ χάλκευσι τῶν παπικῶν ψευδισιδωρείων διατάξεων. τῶν ψευδαρεοπαγιτικῶν αὐτῶν κειμένων ἡ μὲν πατρότης εἶναι ἐπιμελῶς ἀφανὴς καὶ δυσδιάγνωστη, ἡ δὲ νοθεία καὶ κιβδηλεία εἶναι χοντροειδῶς ἐμφανής. παρ’ ὅλ’ αὐτὰ ἐξακολουθοῦν ἀπὸ τὸν 7ο αἰῶνα μέχρι καὶ σήμερα νὰ πείθουν πολλοὺς ὅτι εἶναι ὄντως γνήσια ἔργα τοῦ ἀρεοπαγίτου Διονυσίου. αὐτὸ συμβαίνει, ὄχι γιατὶ εἶναι ὄντως τόσο πολὺ ἐπιτηδευμένα καὶ πειστικά, ἀλλὰ γιατὶ ἔχουν τὴ διαβολεμένη μαγεία νὰ ξεσηκώνουν καὶ νὰ «ἐνθουσιάζουν» κάθε ψυχὴ ποὺ ἔχει, ὅπως κι ὁ συντάκτης των, μέσα της τὴν ἄκανθα τῆς ἐνθουσιαστικῆς καὶ μυστικοπαθοῦς ξιππασιᾶς καὶ μανίας καὶ ποὺ ἀρέσκεται καὶ ῥέπει σὲ παγανιστικὲς καὶ θεοσοφικὲς τελετουργίες φανφάρες καὶ μπαροῦφες μασονικοῦ χαρακτῆρος. ἔτσι ἤδη ἀπὸ τὸ 660 κι ἔπειτα τὸ σῶμα τῶν κειμένων αὐτῶν διαπότισε καὶ κυριολετικὰ μαγάρισε τὴ χριστιανικὴ σκέψι κι ὁρολογία καὶ ἔκφρασι. ὁ σαφῶς μονοφυσίτης συντάκτης τῶν τολμηρῶν αὐτῶν καὶ θρασυτάτης ἀξιώσεως ψευδεπιγράφων κειμένων διατελεῖ κάτω ἀπὸ τὴν ἰσχυρὴ ἐπίδρασι τοῦ Πλάτωνος, τοῦ Ἰουδαίου Ἀλεξανδρέως Φίλωνος, καὶ κυρίως τοῦ νεοπλατωνικοῦ θεοσοφιστοῦ Πλωτίνου (θ. 270), ποὺ γνώρισε καὶ τὸ βουδδισμὸ στὴν Ἰνδία, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἀντλεῖ τὶς φαντασιώσεις του περὶ θείου καὶ περὶ τῶν ὑποδεεστέρων ἐκείνου λογικῶν ὄντων. ἔχοντας φυσικὰ ὁ πλαστογράφος ἐπίγνωσι τοῦ ὅτι φθονεῖ μιμεῖται κι ἀντιγράφει τοὺς νεοπλατωνικούς, διάλεξε ὡς συγγραφέα τῶν ἐκφαντορικῶν πλαστογραφημάτων του ὄχι τὸν συγγραφέα τῆς Ἀποκαλύψεως Ἰωάννη οὔτε τὸν ἕως τρίτου οὐρανοῦ ἁρπαγέντα καὶ ἄρρητα ῥήματα ἀκούσαντα ἐκεῖ Παῦλο, ἀλλὰ τὸ συμπολίτη τοῦ Πλάτωνος ἀρεοπαγίτη Διονύσιο.

Τὰ μισὰ περίπου ἀπὸ τὰ ἐν λόγῳ πλαστὰ κείμενα σῴζονται μέχρι σήμερα καὶ εἶναι τὰ ἑξῆς. 1. Περὶ θείων ὀνομάτων· 2. Περὶ μυστικῆς θεολογίας· 3. Περὶ τῆς οὐρανίας ἱεραρχίας· 4. Περὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας· 5. Ἐπιστολαὶ (δέκα)· 6. Λειτουργία (σῳζόμενη μόνο σὲ λατινικὴ μετάφρασι· (PG 3-4). καὶ ὅσα μαρτυροῦνται μέσα στὰ προηγούμενα εἶναι τὰ ἑξῆς. 7. Θεολογικαὶ ὑποτυπώσεις (αὐτὸ ἐνδέχεται νὰ εἶναι τὸ Περὶ μυστικῆς θεολογίας)· 8. Περὶ δικαίου καὶ θείου δικαστηρίου (αὐτὸ σίγουρα ἦταν τὸ ἕνα ἀπὸ τὰ δυὸ τελευταῖα τοῦ φιλοσοφικοῦ του συστήματος).

Μέσα στὰ σῳζόμενα κείμενα ὁ συντάκτης των δίνει γιὰ τὸν ἑαυτό του τὶς ἀκόλουθες «πληροφορίες».

1. ὅτι εἶναι μαθητὴς τοῦ ἀποστόλου Παύλου καὶ σύγχρονος καὶ φίλος τῶν ἀποστόλων Πέτρου καὶ Ἰακώβου (Π. θείων ὀνομ. 3,2).

2. ὅτι, εὑρισκόμενος στὴν Ἡλιούπολι τῆς Αἰγύπτου, εἶδε «τὴν ἔκλειψι τοῦ ἡλίου ποὺ συνέβη κατὰ τὴ σταύρωσι τοῦ Κυρίου» (Ἐπιστ. 7,2)· ἔτσι ὑποβάλλει ἔντεχνα τὴν «πληροφορία» ὅτι δὲν εἶναι «βοηθὸς ἀπόστολος» νεωτέρας ἡλικίας ὅπως οἱ Λουκᾶς Μάρκος Τίτος Τιμόθεος, ἀλλ’ ἀπόστολος πλήρης πρῶτος μέγας καὶ συνομήλικος καὶ φίλος τῶν Παύλου Πέτρου Ἰωάννου καὶ Ἰακώβου.

3. ἀπευθύνει τὰ τρία πρῶτα ἀπὸ τὰ σῳζόμενα συγγράμματά του σὰν ἐπιστολιμαῖα πρὸς τὸν Τιμόθεο «τὸν παρὰ Παύλῳ μικρότερο συμμαθητή του» (Θεῖα ὀνόμ., Οὐράν. ἱεραρχ., Ἐκκλησ. ἱεραρχ.), μιὰ ἀπὸ τὶς Ἐπιστολές του πρὸς τὸν ἄλλο ἐπίσης «μικρότερο συμμαθητή του» Τίτο (θ’), καὶ μία πρὸς τὸν συναπόστολό του εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη (ι’)· πρώτης δηλαδὴ σπουδαιότητος καὶ πρώτου κύρους πρόσωπο, καὶ ὄχι ὅ,τι κι ὅ,τι.

4. θεωρεῖ σὰ μυστήρια τὴ μοναχικὴ κουρὰ (Ἐκκλ. ἱεραρχ. 6,2) καὶ τὴν κηδεία (Ἐκκλ. ἱεραρχ. 7,2), προφανῶς ἐπειδὴ θέλει καὶ τὰ μυστήρια νὰ εἶναι ἐννέα, ἀριθμὸς στὸν ὁποῖο ἔχει ἰδιαίτερη ἀδυναμία. δὲν ἀποκλείεται καὶ τὰ συγγράμματά του νὰ ἦταν ἀρχικὰ ἐννέα, μία ἐννεάς, σὰν τὶς ἐννεάδες τῶν συγγραμάτων τοῦ Πλωτίνου κατὰ τὴν ταξινόμησι τοῦ Πορφυρίου. ἡ ὀψιμότητα τοῦ Ψευδοδιονυσίου φαίνεται κι ἀπὸ τὸ ὅτι, γιὰ νὰ διαφημιστῇ, κολακεύει τοὺς μοναχούς (Ἐκκλ. ἱεραρχ. 6,2), τῶν ὁποίων ἡ ἐμφάνισι στὴν ἐκκλησία χρονολογεῖται ἀπὸ τὸ ἔτος 350.

Ἄκρατος ξιππασμένος ἀφηνιασμένος καὶ ἀχαλίνωτος ἐνθουσιασμός, μὲ τὴν πιὸ παγανιστικὴ σημασία τοῦ ὅρου, κυριαρχεῖ στὰ γραπτὰ τοῦ Ψευδοδιονυσίου· ἀερολογία μὲ πλημμύρα νεολογισμῶν ἐρεθισμένου καὶ σαλταρισμένου ἐγκεφάλου σὰν ἀχανὴς χῶρος γεμάτος σαπουνόφουσκες εἶναι ἡ ὅλη μᾶζα τους. καὶ μέσα σ’ αὐτὸ τὸ γνόφο ἀπὸ φοῦσκες ὁ συντάκτης νομοθετεῖ διακοσμεῖ φτιάχνει ταξινομεῖ θεσπίζει ἐκφαντορικῶς καὶ οὐρανοφαντόρως, σὰ στὸ καθιστικὸ τοῦ σπιτιοῦ του, ὅπως κόβει καὶ ῥάβει κι ὁ κατὰ Πλάτωνα Σωκράτης στὸ Φαίδωνα στὸ Συμπόσιο καὶ στὴν Πολιτεία, ἢ ὅπως ξαμολάει τοὺς ἀφρούς του στὰ βερμπαλιστικὰ καὶ καββαλιστικὰ γραπτά του ὁ Ἰουδαῖος Ἀλεξανδρεὺς Φίλων, ἢ ὅπως ῥεύονται οἱ νεοπλατωνικοί. τὰ γραπτά του ὅλα καὶ ὁλόκληρα εἶναι ἀπὸ στόφα παραληροῦντος ὑπνοβάτου ἢ μανιακοῦ. ἀπὸ τὶς 30 περίπου βιβλικὲς ὀνομασίες καὶ προσωνύμια τῶν ἀγγέλων διαλέγει ἐννέα, ἐννοώντας ὅτι αὐτὲς μόνο εἶναι ὅλες κι ὅλες, −προφανῶς ἐπειδὴ δὲν ξέρει τὶς ὑπόλοιπες ἢ δὲν τὶς πρόσεξε ἢ δὲν τὶς κατάλαβε, ἢ τὸ πιθανώτερο ἐπειδὴ τόσες μόνο τοῦ χρειάζονται γιὰ τὸ σκοπό του−. παρανοεῖ μερικὲς ἀπὸ τὶς ἐννέα, ὅπως τὴν ὀνομασία ἀρχάγγελος, τὴν ὁποία ἡ Βίβλος ἀποδίδει μόνο στὸν ἄγγελο Μιχαήλ, ἐπειδὴ αὐτὸς εἶναι ὁ φύλαξ καὶ ἄρχων τοῦ Ἰσραήλ (Δα 4,87· Α΄ Θε 8,4· Ἰδ 2,7· Ἀπ 22,10), καὶ ὄχι ἐπειδὴ ἄρχει ἄλλων ἀγγέλων, ὅπως νομίζει ὁ πλαστογράφος· καὶ φτιάχνει ὁλόκληρο τάγμα ἀρχαγγέλων, φτιάχνει καὶ ἄλλα τάγματα (ἀκριβέστερα τάξεις) ἀπὸ ἁπλᾶ προσωνύμια τῶν ἀγγέλων, πλάθει διάφορες ἄνισες καὶ ὑπάλληλες φύσεις ἀγγέλων, τοὺς ταξινομεῖ καὶ τοὺς ὀργανώνει σὲ ἐννέα τάγματα κλιμακωμένης διατάξεως βάσει τῶν ὀνομασιῶν ποὺ δὲν καταλαβαίνει, κυρίως δὲ βάσει τῆς φαντασιώσεως τοῦ Πλάτωνος περὶ κλιμακώσεως τοῦ θείου σὲ τρία ἄνισα ἐπίπεδα, τὰ ὁποῖα αὐτὸς ὑψώνοντάς τα στὸ τετράγωνο τὰ κάνει (3×3=) 9, καὶ τὰ φουσκώνει σὰν πολυουρεθάνη, καὶ γίνεται ἔτσι κοσμήτωρ τοῦ ὑπερπέραν αὐτός, ὅπως κάθε μανιακός, ποὺ νομίζει ὅτι εἶναι περίπου ὁ θεός· βάζει τὰ πάντα σὲ «δική του τάξι».

Τὸ λεξιλόγιό του, ἐπινοημένο σὲ μεγάλο βαθμὸ ἀπὸ τὸν ἴδιο ὡς σῶμα νεολογισμῶν ἀνθρώπου ψυχικὰ ἀρρώστου, δείχνει τὴν ἀνικανοποίητη προσπάθειά του καὶ τὴν ἀκόρεστη κάψα του νὰ καταπλήξῃ καὶ νὰ ὑποβάλῃ. δίνω μόνο μισὴ ἑκατοντάδα λέξεων ἀπὸ τὸ πεποιημένο του αὐτὸ καὶ φανφαρονικὸ ἀλλὰ καὶ ἔντονα παγανιστικὸ λεξιλόγιο. τελετάρχης τελετάρχις τελεταρχία τελεταρχικὸς τελεταρχικώτατος τελετουργὸς τελετουργῶ τελετουργία τελετουργικὸς τελετουργικῶς τελειοδύναμος τελειωτικῶς θεαρχικὸς θεαρχικῶς ἐκφάντωρ ἐκφαντορία ἐκφαντορικὸς ἐκφαντορικῶς κρυφιόμυστος κρυφιοειδῶς φωτοδότις φωτοδοσία ὑπερθεότης ὑπερύπαρξις ὑπερουσιότης ὑπερπληρότης ὑπεραγαθότης ὑπεράγνωστος ὑπεράπειρος ὑπεράτρεπτος ὑπεριδρυμένος ὑπερίδρυσις ὑπεράρρητος ὑπερώνυμος ὑπερπλήρης ὑπέρσοφος ὑπερφαὴς ὑπέρφωτος ὑπέρλαμπρος ὑπερουράνιος ὑπεράρχιος ὑπέραγνος ὑπεραινετὸς ὑπερδύναμαι ὑπερκειμένως ὑπερηνωμένως ὑπερουσίως ὑπεραρρήτως ὑπεραληθῶς ὑπεραρχικῶς. μερικὲς λέξεις του εἶναι τελείως σχιζοφρενικές, σὰ νὰ λέῃ κανεὶς ὄχι μόνο ξύλινος ὑδάτινος σιδηροῦς ἄφθαστος ἄλαλος ἀνύπαρκτος νεκρὸς τριπλοῦς ἀρσενικὸς τετράγωνος, ἀλλὰ καὶ ξυλινώτατος ὑδατινώτατος σιδηρούστατος ἀφθαστότατος ἀλαλίστατος ἀνυπαρκτότατος νεκρώτατος τριπλούστατος ἀρσενικώτατος τετραγωνότατος. τέτοιες λέξεις του εἶναι λ.χ. οἱ λέξεις του ὑπεράπειρος ὑπεράτρεπτος ὑπεράγνωστος ὑπεράρρητος ὑπεραρρήτως ὑπεραληθῶς ὑπερθεότης καὶ ἀρκετὲς ἄλλες. κυριολεκτικὰ δὲν ξέρει τί λέει ὁ παλαβός. (σὰν ἕναν τρελλὸ ποὺ ἔλεγε τὴ λέξι τετραδέλτα) μερικὲς δὲ λέξεις του λόγῳ τῆς τελείως ἀφρενάριστης ἀλαζονείας του εἶναι καὶ ἔντονα βλάσφημες ὅπως ἡ ὑπερθεότης, ἡ ὁποία σὰν τρῦπα καὶ φινιστρίνι στὸ κρανίο του δείχνει νὰ αἰωρῆται μέσα στὴ διάνοιά του ἡ παραδοχὴ πολλῶν ἐπιπέδων τοῦ θείου, ὅπως φαντασιώνονται οἱ Πλάτων Φίλων Ἰουστῖνος Ὠριγένης Πλωτῖνος Εὐσέβιος Πορφύριος, οἱ νεοπλατωνικοί, καὶ οἱ ἀρειανοί, βλασφημία γιὰ τὴν ὁποία ὅσοι ἀπ’ αὐτοὺς ὑπῆρξαν μέλη τῆς ἐκκλησίας καταδικάστηκαν συνοδικῶς (Α’, Β’ καὶ Ε’ οἰκουμενικὲς σύνοδοι) καὶ ἀποβλήθηκαν ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς ἐκκλησίας.

Πέφτει δὲ ὁ μπαρουφατζῆς πλαστογράφος καὶ στὶς ἀκόλουθες χοντροκομμένες γκάφες.

1. λέει ὅτι σὲ κάθε θεία λειτουργία ἀπαγγέλλεται τὸ «Πιστεύω» (Ἐκκλ. ἱεραρχ. 3,2), τὸ ὁποῖο συνέταξαν ἀπὸ μισὸ ἡ Α’ καὶ ἡ Β’ οἰκουμενικὲς σύνοδοι, ἀπαγγέλλει δὲ ἡ ἐκκλησία σὲ κάθε θεία λειτουργία μετὰ τὸ 451.

2. λέει ὅτι τὸ χρῖσμα γίνεται μὲ ἔλαιον (Αὐτόθι 2,7), ἐνῷ κι αὐτὸ καθιερώθηκε στὴν ἐκκλησία μετὰ τὸ 451.

3. λέει ὅτι κατὰ τὴ θεία λειτουργία ὁ ἱεράρχης θυμιατίζει (Αὐτ. 3,2), ἐνῷ καὶ τὸ θυμιάτισμα ἄρχισε νὰ γίνεται μετὰ τὸ 451.

4. προϋποθέτει τὴν ὕπαρξι τέμπλου στὸ ναό (Αὐτ. 3,2), ἐνῷ ὄχι μόνο κι αὐτὸ ἐμφανίστηκε μετὰ τὸ 451, ἀλλὰ καὶ δὲν ὑπῆρχε στὴ χριστιανικὴ ἐκκλησία ναὸς πρὶν ἀπὸ τὸν καιρὸ τοῦ Ἀδριανοῦ (117-138).

5. χρησιμοποιεῖ τὶς Ἐπιστολὲς τοῦ Ἰγνατίου ποὺ γράφτηκαν τὸ 107.

6. χρησιμοποιεῖ πολὺ τὸν ὅρο οὐσία, καὶ μάλιστα μὲ τὴ δογματικὴ ἔννοια ποὺ πῆρε μετὰ τὸν Μ. Ἀθανάσιο, καθὼς καὶ τὰ σύνθετά του ὑπερούσιος ὑπερουσίως ὑπερουσιότης κλπ., ἐνῷ κι ὁ ὅρος αὐτὸς εἶναι τῶν ὀψίμων χρόνων.

7. γενικῶς ἡ φρασεολογία του καὶ ἡ ὁρολογία του καὶ ἡ λατρευτικὴ πρακτικὴ ποὺ ἔχει ὑπ’ ὄψι του εἶναι τοῦ β’ μισοῦ τοῦ Ε’ αἰῶνος.

Ἂν ἕνας περάσῃ τὰ συγγράμματα αὐτὰ καὶ μόνο μιὰ ἁπλῆ ἀνάγνωσι, δὲν τοῦ χρειάζεται ἄλλο τεκμήριο, γιὰ νὰ πεισθῇ ὅτι τὸ νὰ τ’ ἀποδώσῃ κανεὶς στὸ μαθητὴ τοῦ Παύλου Διονύσιο τὸν ἀρεοπαγίτη εἶναι σὰ ν’ ἀποδίδῃ στὸ Φειδία καὶ στὸν Πραξιτέλη ἀγάλματα κατασκευασμένα ἀπὸ πολυεστέρα ἢ ἀπὸ τσιμέντο ὡπλισμένο μὲ σίδηρο κι ἐπενδεδυμένα μὲ φορμάικα, ἢ νὰ ἐμφανίζῃ τὸν Ἡρόδοτο νὰ κάνῃ σοῦζες μὲ μοτοσυκλέττα. τέτοια χοντροκοπιὰ χαρακτηρίζει τὴν πλαστογραφία αὐτή. καὶ ὅμως τόσοι τὸ χάφτουν ἀκόμη καὶ σήμερα ὅτι τ’ «ἀρεοπαγιτικὰ» συγγράμματα εἶναι γνήσια. πρόκειται γιὰ τὴν πειθὼ ποὺ ἀσκεῖ σὰ φορτικὸ δαιμόνιο μὲ τὴν ὑστερία του ἕνας περισσότερο παράφρων πάνω σὲ λιγώτερο παράφρονες καὶ τοὺς ἀφιονίζει καὶ τοὺς ὑποτάσσει λόγῳ τῆς διεγνωσμένης ἐπηρείας τοῦ ὁμοίου στοὺς ὁμοίους του, ὅπως συνέβη μὲ τὸν Χίτλερ καὶ τοὺς συνεργάτες του ἢ μὲ τὸν Μωάμεθ καὶ τοὺς ὀπαδούς του. τὰ γραπτὰ αὐτοῦ τοῦ νοσοῦντος ἀτόμου εἶναι χωρὶς ἀμφιβολία γραφόρροια ψυχοπαθοῦς μανιακοῦ, ὅπως εἶναι τὰ τοῦ Πλάτωνος καὶ τὰ τοῦ Ἰουδαίου Ἀλεξανδρέως Φίλωνος.

Τὸ 531, σ’ ἕνα συνοδικὸ διάλογο μεταξὺ ὀρθοδόξων ἐπισκόπων καὶ μονοφυσιτῶν ὀπαδῶν τοῦ Σεβήρου Ἀντιοχείας, οἱ μονοφυσῖτες, γιὰ νὰ στηρίξουν τὴν κακοδοξία τους, ἐπικαλέστηκαν πολλὲς «μαρτυρίες» ἀπὸ τὰ κίβδηλα συγγράμματα τοῦ Ψευδοδιονυσίου, τὰ ὁποῖα εἶναι κατάφορτα ἀπὸ μονοφυσιτικὲς δοξασίες. αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη ἐμφάνισι καὶ μνεία τῶν κειμένων αὐτῶν. τότε ὁ ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ὀρθοδόξων ἐπισκόπων ἀρχιεπίσκοπος Ἐφέσου Ὑπάτιος ἀπέδειξε τὰ ψευδαρεοπαγιτικὰ συγγράμματα νόθα, λέγοντας μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ τὰ ἑξῆς, τὰ ὁποῖα διασώθηκαν μόνο σὲ λατινικὴ μετάφρασι καὶ τὰ ὁποῖα ἐπαναφέρω κατὰ τὸ δυνατὸν στὴν πρωτότυπη γλῶσσα τους, μεταφράζω δὲ καὶ στὴ σημερινὴ ἑλληνική.

Ταύτας γὰρ τὰς μαρτυρίας, ἃς ὑμεῖς Διονυσίου τοῦ ἀρεοπαγίτου λέγετε, πόθεν δύνασθε ἀποδεῖξαι ἀληθεῖς εἶναι, ἡμῶν ὑπόπτους αὐτὰς γινωσκόντων; εἰ γὰρ ἦσαν τούτου, οὐκ ἂν ἠδύναντο διαλαθεῖν τὸν μακάριον Κύριλλον. καὶ τί λέγω τὸν μακάριον Κύριλλον, ὅπου γε καὶ ὁ μακάριος Ἀθανάσιος, εἰ μετὰ βεβαιότητος ἐγίνωσκε τούτου εἶναι, πρὸ πάντων ἂν ἐν τῇ κατὰ Νίκαιαν συνόδῳ περὶ τῆς ὁμοουσίου Τριάδος ταύτας τὰς μαρτυρίας προήνεγκε κατὰ τῶν τοῦ Ἀρείου ποικίλων περὶ τὴν ὑπόστασιν βλασφημιῶν; εἰ δὲ οὐδεὶς τῶν ἀρχαίων μνείαν αὐτῶν ἐποιήσατο, οὐκ οἶδα, πόθεν νῦν ὑμεῖς δύνασθε ἀποδεῖξαι ἐκείνου εἶναι. (Collatio catholicorum cum severianis habita Constantinopoli, anno Domini DXXXI, tempore Iustiniani imperatoris. Mansi 8,821 de).

«Αὐτὲς τὶς μαρτυρίες, ποὺ λέτε ὅτι εἶναι τοῦ Διονυσίου τοῦ ἀρεοπαγίτου, μὲ ποιά τεκμήρια μπορεῖτε νὰ τὶς ἀποδείξετε ὅτι εἶναι γνήσιες, τὴ στιγμὴ ποὺ ἐμεῖς ξέρουμε ὅτι εἶναι ὕποπτες; ἂν ἦταν ἐκείνου, δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ μὴν τὶς προσέξῃ ὁ μακάριος Κύριλλος. καὶ τί λέω τὸ μακάριο Κύριλλο, ὅταν ἀκόμη κι ὁ μακάριος Ἀθανάσιος, ἂν τὶς ἤξερε καὶ ἦταν βέβαιος ὅτι εἶναι ἐκείνου, στὴ σύνοδο τῆς Νικαίας πρὶν ἀπὸ κάθε ἐπιχείρημα γιὰ τὴν ὁμοούσια Τριάδα θὰ προέβαλλε τὶς μαρτυρίες αὐτὲς ἐναντίον τῶν ποικίλων βλασφημιῶν τοῦ Ἀρείου γύρω ἀπὸ τὴν ὑπόστασι. ἀφοῦ λοιπὸν κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους δὲν μνημόνευσε αὐτὰ τὰ κείμενα, δὲν ξέρω πῶς μπορεῖτε τώρα νἀποδείξετε σεῖς ὅτι εἶναι ἐκείνου».

Οἱ ὀρθόδοξοι ἐπίσκοποι καὶ σύνεδροι τῆς συνόδου συμφώνησαν ὅλοι μὲ τὸν Ὑπάτιο καὶ καταδίκασαν τὰ συγγράμματα ὡς νόθα, ὁπότε οἱ μονοφυσῖτες δὲν μπόρεσαν νὰ στηριχτοῦν σ’ αὐτά. Στὴ συνέχεια οἱ ὀρθόδοξοι, ἀμυνόμενοι συχνὰ ἐναντίον τῶν μονοφυσιτῶν καὶ μὲ τὴν ἀπόδειξι τῆς πλαστογραφίας τῶν ψευδαρεοπαγιτικῶν συγγραμμάτων, ἀνέπτυξαν μιὰ ἐπιχειρηματολογία ποὺ συνοψίζεται στὰ ἑξῆς τέσσερα ἀναντίρρητα ἐπιχειρήματα.

1. Ὅτι δὲν τὰ μνημονεύει κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους πατέρες τοὺς πρὸ τοῦ 531.

2. Ὅτι στὴν Ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία τοῦ Εὐσεβίου Καισαρείας (θ. 340), ὅπου καταγράφονται ἁπαξάπαντα τὰ προγενέστερα χριστιανικὰ κείμενα, ἀκόμη καὶ τὰ μικρότερα καὶ τὰ εὐτελέστερα, δὲν γίνεται καμμιὰ ἀναφορὰ τοῦ τόσο μεγάλου ὄγκου τῶν συγγραμμάτων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι δῆθεν συνομήλικα μὲ τὴν Κ. Διαθήκη καὶ περίπου μέρος αὐτῆς.

3. Ὅτι στὰ ψευδεπίγραφα αὐτὰ κείμενα μαρτυρεῖται ἐκκλησιαστικὸς βίος καὶ λατρεία πολὺ μεταγενέστερης ἐποχῆς.

4. Ὅτι σ’ αὐτὰ χρησιμοποιοῦνται οἱ Ἐπιστολὲς τοῦ Ἰγνατίου.

Στὶς ἀρχὲς τοῦ Ζ’ αἰῶνος κάποιος Θεόδωρος, γιὰ τὸν ὁποῖο νομίζω ὅτι εἶναι ὁ μονοφυσίτης καὶ ἱδρυτὴς τοῦ μονοθελητισμοῦ Θεόδωρος ἡγούμενος τῆς ἐν Ῥαϊθοὺ μονῆς κι ἔπειτα ἐπίσκοπος τῆς Φαρὰν (580-620), ἔγραψε ἕνα σύγγραμμα, μὲ τὸ ὁποῖο προσπαθοῦσε ν’ ἀνασκευάσῃ τὰ προειρημένα τέσσερα ἐπιχειρήματα τῶν ὀρθοδόξων καὶ ν’ ἀποδείξῃ ὅτι τὰ ψευδεπίγραφα «ἀρεοπαγιτικὰ» συγγράμματα εἶναι γνήσια. τὸ σύγγραμμα τοῦ Θεοδώρου ἐκεῖνο, ποὺ σήμερα δὲν σῴζεται, ἀναλύει καὶ κριτικάρει ὁ Φώτιος στὴν πρώτη ἀνάγνωσι τῆς Μυριοβίβλου του· καὶ στὸ τέλος παρατηρεῖ μὲ λεπτὴ εἰρωνεία· Ταύτας οὖν τὰς τέσσαρας ἀπορίας (= τὰ τέσσερα ἐπιχειρήματα τῶν ὀρθοδόξων ποὺ στριμώχνουν τοὺς μονοφυσῖτες σὲ ἀδιέξοδα) διαλῦσαι ἐπαγωνισάμενος, βεβαιοῖ, τό γε ἐπ’ αὐτῷ, γνησίαν εἶναι τοῦ μεγάλου Διονυσίου τὴν βίβλον (PG 103,44-45).

Παρ’ ὅλα αὐτά, 40-80 χρόνια μετὰ τὸν Ὑπάτιο καὶ τὴ σύνοδο τῆς Κωνσταντινουπόλεως ποὺ καταδίκασαν τὰ ψευδαρεοπαγιτικὰ συγγράμματα ὡς νόθα κακόδοξα κι ἀπατεωνικά, δηλαδὴ ἀπὸ τὸ 570 μέχρι τὸ 610, τέσσερες τοὐλάχιστο ὀρθόδοξοι τὰ δέχτηκαν ὡς γνήσια ὀρθόδοξα καί γε θεόπνευστα· οἱ Ἰωάννης Σκυθοπόλεως (ὁ ὁποῖος ἢ σφαλερῶς ἢ ὡς ψευδώνυμος κι αὐτὸς χρονολογεῖται πρὸ τοῦ Ὑπατίου), Ἀνδρέας Καισαρείας ὁ συντάκτης τοῦ καββαλιστικοῦ ἑρμηνευτικοῦ ὑπομνήματος Εἰς τὴν Ἀποκάλυψιν, Ἀναστάσιος Α’ Ἀντιοχείας (θ. 599) τοῦ ὁποίου τὰ Ἅπαντα ἐξέδωκα σὲ κριτικὴ ἀπὸ χειρογράφων ἔκδοσι γιὰ πρώτη φορὰ ὁ ὑποφαινόμενος (Θεσσαλονίκη 1976), καὶ Ἀναστάσιος Β’ Ἀντιοχείας ὁ Σιναΐτης (θ. 610) μὲ τὸν ὁποῖο ἐπίσης ἀσχολήθηκα καὶ τοῦ ὁποίου ἐξέδωκα τρία μικρὰ ἔργα σὲ κριτικὴ ἔκδοσι πάλι γιὰ πρώτη φορά (Θεσσαλονίκη 1976). ὁ πρῶτος ἀπ’ αὐτοὺς μάλιστα, ὁ φερόμενος ὡς Ἰωάννης Σκυθοπόλεως, ἔγραψε κι ἑρμηνευτικὸ ὑπόμνημα στὰ ψευδαρεοπαγιτικὰ συγγράμματα, σὰν σὲ βιβλικὰ καὶ θεόπνευστα κείμενα· καὶ γνῶμες ἀπὸ τὸ ὑπόμνημά του παραθέτει ἀργότερα ὁ Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής.

Ἀπὸ νόθευσι κειμένων μόνο, ἡ παραδοχὴ τῶν κιβδήλων καὶ κακοδόξων αὐτῶν συγγραμμάτων ἀποδόθηκε καὶ στὸ Σεβηριανὸ Γαβάλων, ποὺ ἔζησε γύρω στὸ 400, καὶ στὸ Λεόντιο Βυζάντιο, ποὺ πέθανε τὸ 543, δώδεκα μόλις χρόνια μετὰ τὴν καταδίκη τους ἀπὸ τὸν Ὑπάτιο καὶ τὴ σχετικὴ σύνοδο στὴν Κωνσταντινούπολι. στὸ μὲν Λεόντιο τὸ ὄνομα τοῦ Ψευδοδιονυσίου παρεισέφρησε σὰ σχόλιο γλώσσημα σὲ παραφουσκωμένο κατάλογο παραδεδεγμένων ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων, στὸ δὲ ἔργο τοῦ Ἀναστασίου Σιναΐτου Ὁδηγὸς παρατίθεται μεταγενέστερο ἀνθολόγιο μὲ ἀπόσπασμα τοῦ δῆθεν «Σεβηριανοῦ Γαβάλων», ὅπου ἀναφέρεται τιμητικῶς ὁ Ψευδοδιονύσιος. κι ὅλες αὐτὲς οἱ κιβδηλεῖες ἔγιναν στὴ μονοφυσιτικὴ Ἀντιόχεια ὄχι χωρὶς τὴ φροντίδα τῶν μονοφυσιτῶν.

Ἔπειτα, 130 χρόνια μετὰ τὸν Ὑπάτιο καὶ πάνω ἀπὸ 200 χρόνια πρὸ τοῦ Φωτίου, 30 δὲ μόλις χρόνια μετὰ τὸ Θεόδωρο Φαράν, ὁ Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς (θ. 662) ὑπομνημάτισε τὰ ψευδεπίγραφα κακόδοξα κι ἀπατεωνικὰ αὐτὰ μονοφυσιτικὰ συγγράμματα ὡς θεόπνευστα βιβλικὰ κείμενα· −ὁ Μάξιμος εἶχε πολὺ πεπλανημένη ἀντίληψι περὶ Βιβλικοῦ Κανόνος−· κι αὐτὰ τὰ ὑπομνήματα τὰ τόλμησε μὲ τὸ σκεπτικὸ ὅτι, ἀφοῦ εἶναι θεόπνευστα καὶ βιβλικὰ κείμενα τὸ Εὐαγγέλιο καὶ οἱ Πράξεις τοῦ Λουκᾶ, εἶναι τέτοια καὶ τὰ ἐκφαντορικώτατα καὶ τελεταρχικώτατα κείμενα τοῦ συνομηλίκου του καὶ παρὰ Παύλῳ συμμαθητοῦ του Διονυσίου τοῦ ἀρεοπαγίτου. ὅπερ ἔδει δεῖξαι! καὶ μετὰ τὸ Μάξιμο τὰ ὑπομνημάτισαν μὲ τὴν ἴδια λογική, δηλαδὴ πάλι ὡς βιβλικὰ καὶ θεόπνευστα κείμενα, ὁ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γερμανός Α’ (715-730) κι ὁ φανατικὸς λατινόφρων Γεώργιος Παχυμέρης (θ. 1310). τὸ ἄκρως περίεργο εἶναι ὅτι ὁ Μάξιμος ὑπῆρξε ὁ κυριώτερος πολέμιος τοῦ Θεοδώρου Φαρὰν καὶ τοῦ μονοθελητισμοῦ.

Μετὰ τὸ Μάξιμο ἄρχισαν νὰ χρησιμοποιοῦν τὰ κακόδοξα κείμενα ὡς θεόπνευστα πολλοὶ ὀρθόδοξοι, καὶ δὲν μπόρεσε νὰ τοὺς ἀναχαιτίσῃ οὔτε ἕνας Φώτιος. ἂν ἀρχίσουμε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς παραδοχῆς καὶ χρήσεώς των, ἀνάμεσα σὲ πάρα πολλοὺς τὰ χρησιμοποίησαν καὶ οἱ ἀκόλουθοι. Ἰωάννης Σκυθοπόλεως (6ος αἰ.), Ἀνδρέας Καισαρείας (6ος αἰ.), Ἀναστάσιος Α’ Ἀντιοχείας (θ. 599), Ἀναστάσιος Β’ Ἀντιοχείας (θ. 609-610), Μάξιμος Ὁμολογητής (θ. 662), Γερμανὸς Α’ Κωνσταντινουπόλεως (715-730), Ἀνδρέας Κρήτης (660-740), Ἰωάννης Δαμασκηνός (670;-750;), Νικηφόρος Κωνσταντινουπόλεως (755-828), Θεόδωρος Στουδίτης (759-826), Ἀρέθας Καισαρείας (850940), Συμεὼν Λογοθέτης ὁ μεταφραστής (γύρω στὸ 950), Συμεὼν Παφλαγὼν ὁ λεγόμενος καὶ Νέος Θεολόγος (949-1022), Νικήτας Στηθᾶτος (γύρω στὸ 1050), Θεοφύλακτος Ἀχρίδος (1050-1110), Μιχαὴλ Γλυκᾶς (1120-1180), Νεόφυτος ἔγκλειστος (1134-1212), Γεώργιος Παχυμέρης (1242-1310), Γρηγόριος Παλαμᾶς (1296-1359), Νικηφόρος Γρηγορᾶς (1295-1360), Νικόλαος Καβάσιλας (1220-1370), Ἀντώνιος Λαρίσσης (1330-1400), καὶ τὸ Δοξαστικὸν τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ ἀρεοπαγίτου, καί γε οἱ «οἰκουμενικὲς σύνοδοι» Πενθέκτη (ἡ παπικὴ πλαστογραφικὴ) καὶ Ἑβδόμη (ἡ παπικῆς προεδρίας). (Πενθέκτη, πρᾶξις F’: περὶ θεανδρικῆς ἐνεργείας· ἡ φράσι ἀπὸ τὴν Δ΄ Ἐπιστολὴ Πρὸς Γάιον τοῦ Ψευδοδιονυσίου. Ἑβδόμη οἰκουμενικὴ σύνοδος, κανόνες 2 καὶ 4 ἀπὸ τὸ ἔργο τοῦ Ψευδοδιονυσίου Ἐκκλησ. ἱεραρχ., 1, καὶ Περὶ θείων ὀνομάτων, 3). δυὸ ἀπὸ τοὺς παραπάνω, ὁ Ἀναστάσιος Α’ Ἀντιόχειας κι ὁ Νικόλαος Καβάσιλας, καὶ ἡ Πενθέκτη σύνοδος, παραθέτουν μόνο χωρία, χωρὶς νὰ κατονομάζουν τὸν Ψευδοδιονύσιο. ἀπ’ ὅλους τοὺς παραπάνω ἐπίσης ἐκεῖνοι, ποὺ χρησιμοποιοῦν τὰ ψευδεπίγραφα καὶ κακόδοξα αὐτὰ κείμενα πιὸ πολὺ καὶ εἶναι κυριολεκτικὰ διαποτισμένοι ἀπ’ αὐτά, εἶναι οἱ Μάξιμος Ὁμολογητὴς ποὺ τὰ ὑπομνημάτισε, Συμεὼν Παφλαγὼν ἢ καὶ Νέος Θεολόγος λεγόμενος ποὺ βασίζει τὸ μυστικιστικό του σύστημα σ’ αὐτά, Νικήτας Στηθᾶτος ὁ μαθητὴς τοῦ Συμεὼν ποὺ φιλοδόξησε νὰ συνεχίσῃ καὶ συμπληρώσῃ τὸν Ψευδοδιονύσιο μὲ τρία δικά του τέτοια ἐκφαντορικὰ καὶ τελετουργικὰ συγγράμματα, Γεώργιος Παχυμέρης ὁ λατινόφρων ὑπομνηματιστής των, Γρηγόριος Παλαμᾶς ὁ ἀνθενωτικὸς καὶ κύριος ἐκπρόσωπος τοῦ ἄκρως μυστικιστικοῦ κι ἐριστικοῦ ἡσυχασμοῦ καὶ τῆς θεολογίας τοῦ ἀκτίστου φωτός, καὶ οἱ ὀπαδοί του ὅπως ὁ Ἀντώνιος Λαρίσσης καὶ μερικοὶ ἄλλοι. ἐπὶ αὐτοκράτορος Μιχαὴλ Β’ Τραυλοῦ (820-829) τὰ ψευδαρεοπαγιτικὰ συγγράμματα στάλθηκαν στὴν παπικὴ Δύσι, κι ἀπὸ τότε οἱ παπικοὶ ξετρελλάθηκαν μ’ αὐτά, ὁ δὲ πιὸ διαποτισμένος δικός τους ἀπ’ αὐτὰ ὑπῆρξε ὁ Θωμᾶς Ἀκινᾶς (1224-1274). τότε περίπου τὰ υἱοθέτησαν καὶ τὰ θαύμασαν καὶ οἱ νεστοριανοί. οἱ μονοφυσῖτες οἱ νεστοριανοὶ καὶ οἱ παπικοὶ εἶναι μ’ αὐτὰ πολὺ πιὸ ξετρελλαμένοι ἀπὸ τοὺς ὀρθοδόξους, ἐπειδὴ ἀνέκαθεν εἶναι παγανιστικώτεροι. τρίτος μετὰ τὸν Ὑπάτιο (531) καὶ τὸ Φώτιο (860) τ’ ἀπέρριψε τὸ 1457 ὁ δυτικὸς Λαυρέντιος Βάλλα (L. Valla), καὶ τέταρτος τὸ 1504 ὁ Ἔρασμος.

Στὴν καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολὴ ἀπὸ τὸν 7ο αἰῶνα κι ἔπειτα κάθε συγγραφεύς, ποὺ ἤθελε νὰ εἶναι στὴ λέσχη τῶν πνευματικῶν, σεβαστὸς ὡς σοφὸς «θεολόγος» καὶ «μύστης» τῆς πνευματικότητος, θεωροῦσε ἀπαραίτητο ν’ ἀναφέρεται μὲ βαθὺ σέβας κι ἀνατριχιαστικὸ δέος στὴν ἀρρωστημένη παγανιστικὴ καὶ θεοσοφικὴ θεολογία αὐτοῦ τοῦ μανιακοῦ καὶ νὰ παραθέτῃ ἀπὸ τὰ πλαστογραφήματά του ὅσο γίνεται περισσότερα καὶ μεγαλείτερα κατεβατά. ὁ Γρηγόριος Παλαμᾶς παραθέτει στὰ ἔργα του 440 πελώρια παραθέματα ἀπὸ τὰ κείμενα τοῦ Ψευδοδιονυσίου. εἶχε γίνει ψώρα τῆς ἐποχῆς. ἔτσι κολυμποῦσαν σχεδὸν ὅλοι στὴν πιὸ γλιστερὴ σαπουνόφουσκα. ἡ ψευδαρεοπαγιτικὴ γραφόρροια κατάντησε μιὰ Τρίτη Διαθήκη ἀνώτερη ἀπὸ τὶς δυὸ προηγούμενες στὴν ἐκτίμησι τοῦ κάθε χρήστου. πρόκειται δηλαδὴ γιὰ ἀπάτη, τῆς ὁποίας θύματα ὑπῆρξαν πολλὰ καὶ μεγάλα ὀνόματα. ἡ ἐκκλησία κινδύνευσε νὰ γίνῃ ποταμοφόρητος.

Ἡ διείσδυσι τοῦ Ψευδοδιονυσίου στὴ μετὰ τὸ 660 θεολογικὴ σκέψι τῶν Χριστιανῶν εἶναι τόση, ποὺ ἡ κεντρικὴ μπαρούφα τοῦ συστήματός του γιὰ «τὰ ἐννέα τάγματα τῶν ἀγγέλων» περάστηκε γύρω στὸ 1000 καὶ στὴ φρασεολογία τῆς θείας λειτουργίας καὶ τῆς λατρευτικῆς ὑμνολογίας, καὶ στὴ σφραγῖδα τοῦ προσφόρου ὥστε «τὰ ἐννέα τάγματα» νὰ περαστοῦν καὶ στὴν προσφορὰ τῆς ἀναιμάκτου θυσίας, ὅπως ἔχουν περαστῆ καὶ στὴν εὐχὴ τῆς ἀναφορᾶς φράσεις ὁλόκληρες ἀπὸ τὸν κιναιδικὸ διάλογο τοῦ Πλάτωνος «Φαίδων» (ἀεὶ ὢν ὡσαύτως ὢν κλπ.), καὶ στὶς 3 ἁλυσίδες τοῦ θυμιατηρίου μὲ τὰ (3×3=) 9 κουδούνια του, καὶ στὸ «ἐφοὺδ» τὸ διακριτικὸ τῶν μεγαλοσχήμων μοναχῶν ὡς ἔμβλημα τῆς ἀνωτέρας τάξεώς των, καὶ στὰ περὶ ἀγγέλων κεφάλαια τῶν Δογματικῶν τοῦ Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ (Ἐκδ. ὀρθ. πίστ. 2,3 PG 94,872), τοῦ X. Ἀνδρούτσου (σ. 126), καὶ τοῦ Π. Τρεμπέλα (σ. 1,428), καὶ ὅπου ἀλλοῦ δὲν φαντάζεται κανείς.

Ποιός ὅμως εἶναι ὁ πλαστογράφος ποὺ χάλκευσε τὰ ψευδεπίγραφα καὶ μανιακὰ αὐτὰ κείμενα καὶ τ’ ἀπέδωσε στὸν ἀρεοπαγίτη Διονύσιο; μεταξὺ τῶν ἐτῶν 531 κι 650 οἱ ὀρθόδοξοι ποὺ ἀκολουθοῦσαν τὴ νηφάλια καὶ σοβαρὴ γνώμη τοῦ Ὑπατίου καὶ τῆς σχετικῆς συνόδου, ὑπέθεσαν ὡς συντάκτη τους τὸν Ἀλεξανδρέα Ἀπολλινάριο Λαοδικείας (310-390), αἱρετικὸ καὶ πρόδρομο τῶν μονοφυσιτῶν καταδικασμένο ἀπὸ τὴ Β’ οἰκουμενικὴ σύνοδο (381). καὶ μετὰ 130 χρόνια ὁ Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς μὲ τὰ ὑπομνήματά του στὰ «θεόπνευστα» καὶ «βιβλικά», ὅπως φανταζόταν, ψευδαρεοπαγιτικὰ συγγράμματα «ἀποκατέστησε» τὰ κείμενα αὐτὰ ὡς δεκτὰ καὶ σεβαστὰ καὶ μάλιστα καὶ «κανονικὰ» στὴν ὀρθόδοξη ἐκκλησία καὶ στὴν «ὀρθόδοξη θεολογία», ὅσον τὸ ἐπ’ αὐτῷ βέβαια, κι ἀπέκρουσε τὴν ἄποψι ὅτι εἶναι τοῦ Ἀπολλιναρίου, λέγοντας ὅτι ὁ «ἀρεοπαγίτης Διονύσιος» ἀναιρεῖ τὸν Ἀπολλινάριο (Μάξιμος, Εἰς Διον. ἀρ. Ἐκκλ. ἱερ. 7,2 PG 4,176c), πρᾶγμα ὅμως ποὺ δὲν ἀληθεύει. Ἀπολλινάριος καὶ Ψευδοδιονύσιος συμπίπτουν σὲ πολλὲς κακοδοξίες καὶ μονοφυσιτίζουν ἐξ ἴσου. δὲν νομίζω ὅμως κι ἐγὼ ὅτι τὰ μανιακὰ αὐτὰ κείμενα εἶναι τοῦ Ἀπολλιναρίου, στὴν ἁπλότητα τῆς γλώσσης τοῦ ὁποίου δὲν ταιριάζουν καθόλου οἱ μπαρουφοειδεῖς καὶ ξιππασμένοι νεολογισμοί τους.

Χρονογράφοι τοῦ 12ου αἰῶνος διέσωσαν τὴν πληροφορία ὅτι συγγραφεὺς τῶν ψευδαρεοπαγιτικῶν συγγραμμάτων εἶναι ὁ Ἀλεξανδρεὺς ἐπίσης στὴν καταγωγὴ Πέτρος ὁ Κναφεὺς ἢ Γναφεύς −Κναφεύς (=πλύντης), ἐπειδὴ ἀρχικὰ ὡς μοναχὸς ἦταν προϊστάμενος τοῦ πλυντηρίου ῥούχων στὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει μονὴ Ἀκοιμήτων, ποὺ λεγόταν ἔτσι, ἐπειδὴ ὠργανωμένη σὲ λειτουργικὲς βάρδιες, εἶχε ἀένναη κι ἀδιάκοπη καθημερινὴ καὶ εἰκοσιτετράωρη λατρευτικὴ λειτουργικὴ ἀκολουθία στὸ ναό της, καὶ δὲν ἔπαυε σ’ αὐτὸν ποτὲ νὰ τελῆται λατρεία (τελεταρχικωτάτη), κι αὐτὸ θεωροῦνταν μίμησι τῶν ἀσωμάτων καὶ ἀκοιμήτων ἀγγέλων (μανία σαλταρισμένων τελεταρχικωτάτων)−, ἀργότερα πρεσβύτερος στὴ Χαλκηδόνα καὶ μονοφυσίτης καὶ θεοπασχίτης πατριάρχης Ἀντιοχείας καὶ δάσκαλος τοῦ πολυγραφωτέρου Σύρου καὶ μονοφυσίτου αἱρεσιάρχου Σεβήρου Ἀντιοχείας (512-518). ὁ Πέτρος ὁ Κναφεὺς ἦταν φίλος κι εὐνοούμενος καὶ δάσκαλος καὶ τοῦ μονοφυσίτου αὐτοκράτορος Ζήνωνος (Θεοφάνης, Χρον., Α.Μ. 5956 CSHB 1,175· PG 108, 288ab. Γεώργιος Κεδρηνός, Σύνοψ. ἱστ., PG 121,665a).

Ὅταν βασίλευε ὁ ὀρθόδοξος καὶ ἰσχυρὸς αὐτοκράτορας Λέων Α’, ποὺ εἶχε μόνο δυὸ θυγατέρες, πρὸς τὰ τέλη τῆς ζωῆς του διώρισε τὸν ἕνα γαμπρό του αὐτοκράτορα τῆς Ῥώμης καὶ τοῦ Δυτικοῦ Ῥωμαϊκοῦ κράτους, ἐνῷ τὸν ἄλλο, τὸ Ζήνωνα, ἐπειδὴ ἦταν κρυφὸς μονοφυσίτης −κι ὁ Λέων τὸ ἤξερε−, δὲν τὸν διώρισε Κωνσταντινουπόλεως καὶ τοῦ Ἀνατολικοῦ Ῥωμαϊκοῦ κράτους, ἀλλ’ ἀντ’ αὐτοῦ ἔστεψε συναυτοκράτορά του τὸν ἔγγονό του Λέοντα Β’, βρέφος ἑνὸς ἔτους καὶ γιὸ τοῦ Ζήνωνος. ὅταν ὅμως ὁ Λέων Α’ πέθανε, ὁ Λέων Β’ ποὺ ἦταν νήπιο τεσσάρων ἐτῶν ἔστεψε συναυτοκράτορά του τὸν πατέρα του Ζήνωνα καὶ μετὰ λίγες μέρες «πέθανε ἀπὸ ξαφνικὴ ἀρρώστια». κι ἔμεινε αὐτοκράτορας μόνος ὁ μονοφυσίτης Ζήνων (474-5· 476-491), ὁ ὁποῖος ἐκδηλώθηκε πολὺ ἄγρια καὶ δίωξε τοὺς ὀρθοδόξους ἐπὶ 17 χρόνια ποὺ βασίλευσε. ἂν καὶ κατὰ τὸ δεύτερο ἔτος τῆς βασιλείας του ἐκθρονίστηκε γιὰ ἕνα περίπου ἔτος, κατώρθωσε νὰ ξαναπάρῃ τὸ θρόνο καὶ νὰ βασιλεύσῃ ἄλλα 15 ἔτη.

Αὐτὸς ὁ Ζήνων ἦταν μαθητὴς τοῦ Πέτρου τοῦ Κναφέως, ὅταν ὁ Πέτρος ἦταν πρεσβύτερος στὴ Χαλκηδόνα, στὸ ναὸ τῆς μάρτυρος Βάσσης, κι ἐν συνεχείᾳ μονοφυσίτης πατριάρχης Ἀντιοχείας γιὰ τρεῖς μὴ συναπτὲς χρονιές (465-6· 474-5· 475). ὁ Πέτρος, ἀφοῦ πατριάρχευσε στὴν Ἀντιόχεια ὡς δεδηλωμένος μονοφυσίτης σὲ καιρὸ ποὺ ὁ κρυφομονοφυσίτης Ζήνων δὲν ἦταν ἀκόμη αὐτοκράτορας οὔτε κἂν διάδοχος τοῦ πεθεροῦ του καὶ τοῦ γιοῦ του, μετὰ ἕνα ἔτος ἐκθρονίστηκε κι ἀντικαταστάθηκε ἀπὸ ὀρθόδοξο πατριάρχη. ὅταν ὅμως ὁ Ζήνων ἔγινε αὐτοκράτορας καὶ φανερώθηκε κι αὐτὸς ὡς μονοφυσίτης, ἐπανέφερε στὸ θρόνο τῆς Ἀντιοχείας τὸν εὐνοούμενό του καὶ δάσκαλό του Πέτρο. μετὰ ἀπὸ ἄλλο ἕνα ἔτος ὅμως ὁ Πέτρος ἐκθρονίστηκε πάλι χωρὶς νὰ μπορέσῃ νὰ τὸν σώσῃ πλέον ὁ φίλος του Ζήνων. γιὰ τὴν ἀκρίβεια τὸ 475 χρημάτισαν γιὰ λίγο ἔκπτωτοι καὶ οἱ δυό τους, ἀλλ’ ὁ μὲν Ζήνων ξανάγινε αὐτοκράτορας, ὁ δὲ Πέτρος δὲν ξανάγινε πατριάρχης, ἴσως καὶ διότι πέθανε. ὁ Ζήνων μάλιστα τὴν τελευταία αὐτὴ φορὰ ἤθελε νὰ κάνῃ τὸν Πέτρο πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. ὡς πρεσβύτερος ἀκόμη στὴ Χαλκηδόνα ὁ κρυφὸς τότε μονοφυσίτης Πέτρος ὁ Κναφεύς, ἐπὶ Λέοντος Α’ τοῦ ὀρθοδόξου καὶ ἰσχυροῦ, θέσπισε καὶ εἰσήγαγε στὴν ἐκκλησία πέντε λατρευτικοὺς νεωτερισμούς, ἀπὸ τοὺς ὁποίους οἱ μεταγενέστεροι ὀρθόδοξοι ἱστορικοὶ λένε ὅτι οἱ μὲν τέσσερες εἶναι καλοί, ὁ δὲ ἕνας μονοφυσιτικὸς καὶ κακόδοξος (Θεόδωρος Ἀναγνώστης, Ἐκκλ. ἱστ., ἐκλογ. 2,48 PG 86,208a-209a. Νικηφόρος Κάλλιστος, Ἐκκλ. ἱστ. 15,28· 16,13· PG 147,81-84· 141. γιὰ τὸν Πέτρο τὸν Κναφέα βλ. καὶ Ἀναστάσιον Β’ Ἀντιοχ. Σιν., Ὁδηγ., 6 PG 89,108b. Θεοφάνη, Χρον., 5956 CSHB 1,175· PG 108,288ab). δὲν ἐξετάζω ἐδῶ τώρα ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ συλλέξῃ κανεὶς ἀπὸ ἀκανθῶν μιὰ ἄκανθαν καὶ τέσσερες σταφυλὰς ἀπὸ τριβόλων ἕναν τρίβολον καὶ τέσσερα σῦκα, ἢ ἕνα σαπρὸν δένδρον νὰ ποιήσῃ ἕναν καρπὸν σαπρὸν καὶ τέσσερες καλούς (Μθ 28,3-5· Λκ 31,10-12). μένω μόνο στὸ ὅτι τὸ κακόδοξο, ποὺ λέγεται ὅτι εἰσήγαγε ὁ Πέτρος στὴ λατρεία καὶ γι’ αὐτὸ καταβοήθηκε ὡς μονοφυσίτης καὶ θεοπασχίτης, ἦταν ὅτι στὴν πρώτη φράσι τοῦ λεγομένου τρισαγίου ὕμνου Ἅγιος ὁ θεὸς πρόσθεσε τὴ φράσι ὁ σταυρωθεὶς διἡμᾶς, γιὰ νὰ περάσῃ τὴν παγανιστικὴ καὶ μονοφυσιτικὴ θεοπασχιτικὴ αὐτὴ κακοδοξία λάθρα καὶ σιωπηρῶς στὸν ὀρθόδοξο λαό, ξεσηκώνοντας ἔτσι μεγάλο σάλο σ’ ὁλόκληρη τὴν ἐκκλησία. μιὰ ζωὴ πλαστογράφος ὁ ἄνθρωπος καὶ τελεταρχικώτατος κοσμήτωρ τῶν οὐρανίων. οἱ ἄλλοι τέσσερες νεωτερισμοί του, πάντα κατὰ τοὺς ἱστορικούς, ἦταν οἱ ἀκόλουθοι. 1) τὸ μύρον ποὺ ἐπινόησε ὁ ἴδιος, ἐνῷ μέχρι τότε (περίπου 460, ἤτοι 10 χρόνια μετὰ τὴν Δ’ οἰκουμενικὴ σύνοδο) τὸ ἅγιον πνεῦμα χρῖσμα δινόταν στοὺς νεοφωτίστους Χριστιανοὺς μὲ τὸ βιβλικὸ τρόπο τῆς ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν τῶν ἐπισκόπων. 2) ὁ ἁγιασμὸς τῶν Θεοφανείων ὁ πινόμενος καὶ ἀργότερα λεγόμενος μέγας, ὅταν ἐπικράτησε κι ὁ λεγόμενος μικρὸς ὁ περιβρεχόμενος. 3) τὸ νὰ κατονομάζεται δοξολογικῶς ἡ Θεοτόκος τοὐλάχιστο στὴν κατακλεῖδα κάθε ἀκολουθίας καὶ κάθε εὐχῆς. 4) τὸ ν’ ἀπαγγέλλεται τὸ Σύμβολον τῆς πίστεως σὲ κάθε λειτουργία, ἐνῷ μέχρι τότε ἀπαγγελλόταν μία μόνο φορὰ τὸ ἔτος κατὰ τὴ λειτουργία τῆς Παρασκευῆς πρὸ τοῦ πάσχα τῆς ἔπειτα λεγομένης καὶ Μεγάλης Παρασκευῆς καὶ μὴ ἐχούσης πλέον λειτουργία (ἀπὸ τὴν ἐπὶ φραγκοκρατίας (1204-61) παπικὴ εἰσαγωγὴ τῶν σημερινῶν ἀκολουθιῶν τῆς λεγομένης Μεγάλης Ἑβδομάδος). ὁ τελεταρχικώτατος κοσμήτωρ Πέτρος ὁ Κναφεὺς ὁ μονοφυσίτης φρόντιζε, ὅ,τι ἐπεισάγει, μετὰ τὴν ἐπικράτησί του νὰ τὸ ἀνάγῃ καὶ στ’ ἀποστολικὰ χρόνια. ἔνιωθε ὁ ἄνθρωπος τὴ Χριστιανικὴ πίστι καὶ τὴ λατρεία της ὡς ἰδιοκτησία του. κι αὐτὰ μὲν ἔγιναν 10 περίπου χρόνια μετὰ τὴν Δ’ οἰκουμενικὴ σύνοδο (451), ποὺ καταδίκασε τὸ μονοφυσιτισμό.

Γιὰ δὲ τὰ ψευδεπίγραφα καὶ δῆθεν «ἀρεοπαγιτικὰ» συγγράμματα θεωρῶ πιθανώτερο νὰ τὰ χάλκευσε ὁ Πέτρος ἀνάμεσα στὶς τρεῖς θητεῖες του ὡς πατριάρχου, ἤτοι κατὰ τὰ ἔτη 466-474. καὶ τὸ 531 ἔχουμε τὴν πρώτη ἐμφάνισι καὶ μνεία τους ἀπὸ τοὺς μονοφυσῖτες ὀπαδοὺς τοῦ Σεβήρου, ποὺ μαζὶ μὲ τὸ Σεβῆρο ἦταν ὀπαδοὶ τοῦ Πέτρου. ὁ Σεβῆρος Ἀντιοχείας ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ νεαροὺς μαθητὰς τοῦ Πέτρου κι ἕνας ἀπὸ τοὺς μεθεπομένους μονοφυσῖτες διαδόχους τοῦ Πέτρου στὸν πατριαρχικὸ θρόνο τῆς Ἀντιοχείας. Ὁ μονοφυσίτης αὐτὸς αἱρεσιάρχης, ὁ Πέτρος ὁ Κναφεύς, ὁ συντάκτης τῶν ψευδαρεοπαγιτικῶν συγγραμμάτων, εἶχε προδιαγραφὲς ἱδρυτοῦ θρησκεύματος καὶ ἦταν ἕνας προ Μωάμεθ. τὸ περιεχόμενο τῶν σῳζομένων συγγραμμάτων του γιὰ τὸν προσεκτικὸ μελετητή τους εἶναι ἕνα ὁλόκληρο θρήσκευμα διαφορετικὸ ἀπὸ τὴ Χριστιανικὴ πίστι ὅσο κι ὁ μωαμεθανισμός. ἡ νοτιοανατολικὴ κι Ἀφρασιατικὴ παρυφὴ τῆς Μεσογείου μετὰ τὴν Δ’ οἰκουμενικὴ σύνοδο τὸ 451 εἶχε ἀρχίσει νὰ ξεκολλάῃ ἀπὸ τὸν παραμεσόγειο δακτύλιο τοῦ Ῥωμαϊκοῦ κράτους ὡς μονοφυσιτικὴ κι ἀντιρρωμαϊκή, ἀποκαλώντας ἐθνικιστικῶς τοὺς ὀρθοδόξους Ῥωμαίους (=Βυζαντινοὺς) μελχίτας (=αὐτοκρατορικούς). 140 χρόνια μετὰ τὸν Πέτρο ἦρθε κι ὁ ἐπιτυχημένος Μωάμεθ. ἡ ἐπιτυχία του ὀφείλεται στὸ ὅτι ὁ καιρὸς τότε ἦταν πιὸ ὥριμος γιὰ τὴν ἀποκόλλησι καὶ στὸ ὅτι ὁ ὁριστικὸς Μωάμεθ ἦταν ἄνθρωπος τῶν ὅπλων, κάτι ποὺ ἔλειπε ἀπὸ τὸν Πέτρο τὸν Κναφέα, τὸ συντάκτη τῶν ψευδαρεοπαγιτικῶν συγγραμμάτων. διότι κι ὁ ἔνοπλος φίλος του αὐτοκράτορας Ζήνων μέσα στὸ ἑλληνόγλωσσο καὶ χριστιανικὸ κέντρο τῆς αὐτοκρατορίας δὲν μπόρεσε νὰ ἔχῃ τὴν εὐδοκίμησι τοῦ Μωάμεθ. στοὺς αἱρεσιάρχες τῶν Ἀφρασιατικῶν μεγάλων αἱρέσεων Ὠριγένη, Ἄρειο, Θεόδωρο Μοψουεστίας, Ἀπολλινάριο Λαοδικείας, Διόσκορο Ἀλεξανδρείας, Πέτρο Κναφέα Ἀλεξανδρέα (Ψευδοδιονύσιο), καὶ Ἀλέξανδρο Ἀφροδισιέα ὀφείλονται οἱ πλατωνικὲς ῥοπὲς αὐτῶν τῶν αἱρέσεων καί γε τοῦ Κορανίου καὶ τοῦ ἰσλάμ. ὅλοι τους ἦταν κατ’ ἀρχὴν παγανισταὶ καὶ νεοπλατωνικοί, πλὴν τοῦ Ὠριγένους βέβαια ποὺ ἦταν προγενέστερος τοῦ Πλωτίνου καὶ πρόδρομός του καὶ γι’ αὐτὸ ἄμεσα πλατωνικός. ἦταν δὲ καὶ ὅλοι τους φύσει ἢ διανοήσει Ἀλεξανδρινοὶ καὶ θαυμασταὶ τοῦ Ἀλεξανδρέως καββαλιστοῦ καὶ πλατωνικοῦ Φίλωνος τοῦ Ἰουδαίου. ἀπὸ τὸν Πλάτωνα καὶ τὸ Φίλωνα κατάγεται καὶ τὸ φανφαρονικὸ καὶ μπαρουφοειδὲς κι ἐνθουσιαστικὸ καὶ θεοσοφικὸ ὕφος ὅλων αὐτῶν καὶ τοῦ ἀρειανικοῦ Κορανίου· μῖγμα πλατωνισμοῦ καὶ ἀσιατισμοῦ. ὅλοι οἱ προειρημένοι ἔπαθαν ὅ,τι ἔπαθαν, ἐπειδὴ ἐκτὸς ἀπὸ «θεολόγοι» ἤθελαν νὰ κρυφοκλάνουν σεμνοπρεπῶς καὶ ἱεροκρυφίως στοὺς μαθητὰς ὀπαδοὺς καὶ ἀναγνῶστες των ὅτι μετέχουσι παιδείας καὶ φιλοσοφίας καὶ ἅπτονται φιλοσοφίας καὶ εἶναι φιλόσοφοι καὶ μύσται τοῦ θείου Πλάτωνος, ποὺ δὲν ἦταν τίποτε περισσότερο ἀπὸ ἕνα λογορροοῦν καὶ γραφορροοῦν ψυχοπαθὲς κιναιδικὸ ἀγόρι τοῦ αἰσχροῦ Σωκράτους, τὸν ὁποῖο οἱ μαθηταί του γιὰ τὴ βουλιμικὴ σοδομιτικὴ δρᾶσι του ἐπάνω τους ἀποκαλοῦσαν μὲ καύχησι Σιληνόν, δηλαδὴ «ἀρχισάτυρον». καὶ ἀγνόησαν, ὄντως ἢ προσποιητῶς, τὴ νουθεσία τοῦ ἁγνοῦ καὶ θεοπνεύστου ἀποστόλου Παύλου Βλέπετε μή τις ὑμᾶς ἔσται ὁ συλαγωγῶν διὰ τῆς φιλοσοφίας καὶ κενῆς ἀπάτης κατὰ τὴν παράδοσιν τῶν ἀνθρώπων (Κλ 5,3). δὲν τοὺς ἔφτανε τὸ Χριστιανοί, ἤθελαν νὰ εἶναι καὶ φιλόσοφοι· μέτοχοι ὑψηλῆς παιδείας ντέ! γι’ αὐτὸ καὶ οἱ ἐκκλησιαστικοὶ συγγραφεῖς μετὰ τὸν 7ο αἰῶνα καὶ μέχρι τὸ 15ο αἰῶνα καὶ τὴν τουρκοκρατία τράπηκαν σ’ ἕναν ἄκρατο καὶ σκληρὸ καὶ τελείως ἄκαιρο γλωσσικὸ ἀττικισμὸ κι ἀρχαϊσμό, ἂν καὶ στὴν πραγματικότητα ὁ καθένας τους ἀρχάιζε μόνο τὸ κατὰ δύναμιν, σὲ καιρὸ ποὺ ὁ λαὸς μιλοῦσε στὴ γλῶσσα τοῦ Ἔπους τοῦ Διγενῆ Ἀκρίτα, κι ἀπομακρύνθηκαν ἀπὸ τὸ ἀπαίδευτον χριστεπώνυμο πλήρωμα τῆς ἐκκλησίας τόσο πολὺ καὶ μὲ τόση γλωσσικὴ ἀκατανοησία καὶ τόση ἔπαρσι καὶ ὑπεροψία, ἀκόμη καὶ σὲ λατρευτικὰ κείμενα, ὥστε τὸ ἀποξένωσαν ὁλοκληρωτικὰ ἀπὸ τὸν ἐκκλησιαστικὸ λόγο. ἕνα τοὺς ἐνδιέφερε μόνο· νὰ δείξουν ὅτι εἶναι μέτοχοι παιδείας τε καὶ φιλοσοφίας καὶ μύσται τοῦ θείου Πλάτωνος τοῦ ψυχοπαθοῦς κιναίδου εἰδωλολάτρου. δὲν τοὺς ἐνδιέφερε καὶ πολὺ τὸ εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ σωτηρία τοῦ λαοῦ του. αὐτὸς εἶναι ὁ βαθύτερος λόγος ποὺ ἀγάπησαν μὲ πάθος τὸν Ψευδοδιονύσιο καὶ τὸν ἔκαναν κύριο δάσκαλό τους.

Ἐν τέλει δηλαδὴ ἡ σαλταρισμένη «ἀρεοπαγιτικὴ» γραφόρροια εἶναι κριτήριο γνώρισμα σφραγίδα στῖγμα κάθε μούχλας καὶ σαπίλας ποὺ ἐμφανίζεται μέσα στὸ χριστιανικὸ κόσμο, ὅπως σήμερα τέτοιο στῖγμα εἶναι τὸ παϊσιόχωμα μὲ τὸ ὁποῖο κάποιοι ἔχουν γεμιστὰ τὰ σωληνωτὰ σταυρουδάκια τους. σταμπάρονται μόνοι τους κι αὐτοὶ κι ἐκεῖνοι· ὅπως λέει καὶ ἡ σοφὴ χωριάτικη παροιμία «Ὁ παλαβὸς κουδούνια δὲν ἔχει· ἀπὸ τὰ φερσίματά του φαίνεται».

Συγγραφέας: Δρ Κωνσταντῖνος Σιαμάκης
Απόσπασμα απο το βιβλίο ΠΑΡΑΔΟΣΙΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ
Κεφάλαιο 4 σελίδες 31-44
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΝΑΞ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2023

  1. *Οι παραπομπές εδαφίων εντώς παρενθέσεων χρησιμοποιούν διαφορετική αρίθμηση απο την παραδοσιακή, διοτι παραπέμπουν κατα την αρίθμηση που έχουν η Παλαιά και η Καινή Διαθήκη του Δρα. Κωνσταντίνου Σιαμάκη. ↩︎

Comments

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *