Κατηγορία: ΒΙΒΛΙΚΑ

  • Μύθος ἀμνηστεύσεως ἀμετανοήτου μοιχαλίδος

    Το διήγημα για την επ’ αυτοφώρω συλληφθείσα μοιχαλίδα (Ιω 22,18+)1 , που οι αρχιερείς και οι φαρισαίοι ανέθεσαν στο Χριστό να την δικάσει, κι εκείνος της έδωσε δήθεν αμνηστία, χωρίς καμία εκδήλωση μετανοίας εκ μέρους της, είναι ψευδεπίγραφο, βλακώδες, κακόδοξο, εμφανώς παράλογο και σκληρώς αντιβιβλικό. Για τον βδελυρό αυτό μύθο για την αμνήστευση της αμετανόητης αδιάντροπης και θρασύτατης μοιχαλίδας, ο οποίος από τον 6ο αιώνα άρχισε να τσονταρεται στα χειρόγραφα της Καινής Διαθήκης σε τέσσερα σημεία των Ευαγγελίων Κατά Λουκάν και Κατά Ιωάννην (Λκ 21,38+; Ιω 7,36+; 7,53+; 21,25) νιώθω ντροπή και μόνο που δέχομαι να συζητήσω, συζητώ όμως εδώ, για ν’ αντιμετωπίσω την ήδη παγιωμένη αναισθησία, ή έστω και φοβία, εκείνων που τον δέχονται και τον διατηρούν στις χρηστικές μόνο εκδόσεις της Καινής Διαθήκης, την ώρα που τον έχει σιχαθεί και τον όβελίζει ακόμη κι αυτή η κατά της Βίβλου αρνητική «κριτική»· διότι είναι κείμενο απαράδεκτο, αντιχριστιανικό, γενικότερα αντιβιβλικό, και βδελυρό και βλάσφημο· ακόμη κι ένας άπιστος και κυνικός της αρνητικής «κριτικής» το θεωρεί αυτονόητο ότι τέτοια περικοπή δεν είναι δυνατόν να προέρχεται από συντάκτη της Καινής Διαθήκης.

    Ο τσονταρισμένος αυτός μύθος στα χειρόγραφα της Καινής Διαθήκης μέχρι και το τέλος του Ε΄ αιώνος δεν υπάρχει, πρώτο τον έχει το χειρόγραφο D ή του Βεζα του 6ου αιώνος, ένα χειρόγραφο περίεργο, γεμάτο απόκρυφες και κακόδοξες τσόντες και προερχόμενο σαφώς από κάποια αίρεση. Από τον 6ο αιώνα άρχισαν να έχουν το μύθο κι άλλα χειρόγραφα, όπωσδήποτε λιγότερα από το ένα τέταρτο του συνόλου και όψιμα, το δε διήγημα όβελίζεται σ’ αυτά με οβελό (–) ή με αστερίσκο (*). Μια ανόητη συλλεκτική φιλοδοξία μόνον έπειθε τους παρασκευαστές χειρογράφων να έχουν το μύθο έστω κι έτσι στιγματισμένο δυσμενώς ανάμεσα στις θεόπνευστες σελίδες της Καινής Διαθήκης.

    Το παραμύθι, όταν τσονταρεται στα Ευαγγέλια, δεν τσονταρεται σε μία και σταθερή θέση. Τσονταρεται άλλοτε μετά το Λκ 21,38+ δηλαδή μετά το τέλος της κηρυκτικής δράσης του Χριστού και πριν από την ιστορία του πόθους του, άλλοτε μετά το Ιω 7,53+ δηλαδή ανάμεσα στις δύο ομιλίες του Χριστού κατά τη σκηνοπηγία, άλλοτε μετά το Ιω 7,28 δηλαδή στο μέσον της δεύτερης ομιλίας του, κι άλλοτε μετά το Ιω 51,11 δηλαδή ένα στίχο πριν από το τέλος του Κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, είναι ολοφάνερο ότι οι πλαστογράφοι και τσονταριστές έψαχναν μέρος πρόσφορο για να το χώσουν. Όπου κι αν σφηνώνεται όμως αυτό το παραμύθι, διακόπτει τον ειρμό του λόγου, ο οποίος συνεχίζεται με εμφανή νοηματική συνέχεια στο στίχο τον μετά την τσόντα, ιδιαίτερα απροσάρμοστη και κακόγουστη είναι η τσόντα στις δύο συνηθισμένες θέσεις σφηνώματος Ιω 21,25 και 22,18. Ο Βασίλειος Αντωνιάδης την έχει στη θέση Ιω 22,18+, αλλά ως ωβελισμένη μέσα σε μεγαλόσχημα εισαγωγικά <<…>>, τα οποία εννοεί ως όβελιστικές αγκύλες […]. Προφανέστατα ήθελε να την πετάξει τελείως, αλλά εμποδίστηκε από την παπάφιλη επιτροπή που τον επόπτευε, όπως φαίνεται κι από κείνα που λέει με παράπονο στον πρόλογό του για τη σφήνα στο χωρίο Ν Ιω 14,8 (παλιά στιχαρίθμηση 5,7)· και αντέδρασε ο καημένος, εκδίδοντας εκείνη μεν την προσθήκη με λεπτότερα γράμματα, αυτή δε τη βρόμικη τσόντα εντός όβελιστικών γωνιών <<…>>. Αργότερα άλλη επιτροπή αφαίρεσε τις όβελιστικές αυτές γωνίες <<…>> κι εξίσωσε τη βρόμικη αυτή ψευδεπίγραφη και απόκρυφη τσόντα με το θεόπνευστο βιβλικό κείμενο, υπάρχουν όμως στις δύο εκδόσεις του Αντωνιάδη (1904· 1912) και στην έκδοση Ι. και Π. Ζαχαροπούλου, η οποία είναι φωτογραφικό αντίγραφο της Β΄ εκδόσεως του Αντωνιάδη. Και στην τέταρτη θέση, Ιω 51,11, η μυθική τσόντα διακόπτει πολύ χοντροκομμένα και βάναυσα τη ροή του βιβλικού λόγου, λίγο προ της κατακλείδος του Ευαγγελίου μάλιστα σαν ωμολογημένη προσθήκη σε παράρτημα.

    Έξ άλλου η τσόντα της μοιχαλίδας δεν έχει σταθερή μορφή κειμένου, όπως έχουν όλες ανεξαιρέτως οι περικοπές της Βίβλου, έχει γύρω στις 60 παραλλαγές με διαφορές πολύ μεγαλύτερες από κείνες που μπορούν να υποσημειωθούν σ’ ένα κριτικό υπόμνημα, είναι φανερό ότι το διήγημα, πριν τσονταριστεί σ’ οποιοδήποτε σημείο των Ευαγγελίων, κυλιόταν σαν ανέκδοτο παραμύθι ανάμεσα σ’ άλλα τέτοια παραμύθια από στόμα σε στόμα, κι από χέρι σε χέρι πλάθονταν σε διάφορες παραλλαγές, ως λαογραφικό σκεύασμα διασκευαζόταν από κάθε παραμυθά, ήταν σαν τ’ αδέσποτα δημοτικά τραγούδια, που το καθένα έχει άλλη μορφή σε κάθε τόπο, επειδή ο κάθε κλαρίντζης το διασκευάζει, ίδια περιπέτεια έχουν και οι Αίνοι του Αισώπου και όλα τα αρχαία καλαμπούρια. Αυτό σημαίνει ότι η λεγόμενη «περικοπή της μοιχαλίδας» κυλιόταν στο κοινό επί χρόνια και διαμορφωνόταν σε ποικίλες παραλλαγές από τους χρήστες της. Δεν συμβαίνει αυτό με καμία περικοπή της Βίβλου.

    Το Ευαγγέλιον του Ιωάννου διαφέρει από τ’ άλλα τρία στο ότι είναι κυρίως «Συλλογή ομιλιών του Κυρίου», λίγα ιστορικά περιστατικά, που παρεμβάλλει, είναι μόνον εισαγωγές σε ομιλίες, που ακολουθούν εξ αφορμής αυτών των περιστατικών, μόνο με το μύθο της μοιχαλίδας δεν συμβαίνει αυτό, σ’ οποιαδήποτε από τις τρεις θέσεις όπου τσονταρεται είναι ξεκάρφωτη, οι πολλές (4) θέσεις, όπου τσονταρεται ο μύθος της αμετανόητης και θρασέας μοιχαλίδας στα Ευαγγέλια, δείχνουν ότι ο μύθος αυτός κυκλοφορούσε πρώτα ανένταχτος σα σόκιν βρόμικο ανέκδοτο, υιοθετήθηκε κάποτε από ένα μυθιστόρημα πολύ κοσμικό (αλεξανδρινό) και πολύ αντιχριστιανικό εβραϊκό (Καθ’ Εβραίους Ευαγγέλιον), και πολλοί ήταν εκείνοι που προσπάθησαν σπασμωδικά και απεγνωσμένα να τον τσοντάρουν κάπου στα Ευαγγέλια, ο καθένας σε άλλη θέση, πάντοτε ακατάλληλη, διότι τέτοια τσόντα σε βιβλικό λόγο δεν κολλάει με τίποτε, πολλοί όμως είχαν πολλή κάψα να την τσοντάρουν κάπου, ήταν μια δολιοφθορά (σαμποτάζ), που «θ’ ακύρωνε όχι μόνον όλη την Καινή Διαθήκη, αλλά και την Παλαιά»· όσον το επ’ αυτοίς βέβαια· λαχτάρα τους και φαντασίωσή τους, μήπως και σήμερα δεν φτιάχνονται κινηματογραφικά έργα που παρουσιάζουν τον Χριστό μεταλλαγμένο σε Καζανόβα, και «σπάζουν τα ταμεία»; μήπως και κατά τ’ αποστολικά χρόνια δεν υπήρχαν οι άσεβείς οι την του Θεού ημών χάριν μετατιθέντες εις ασέλγειαν νικολαΐται; (Ιδ 2,2· Απ 3,6· 5,4· 6,3). Τίποτε το καινούργιο και πρωτότυπο στην προσπάθεια των υποστηρικτών της τσόντας της αμετανόητης και θρασύτατης μοιχαλίδας, που με την «ταπεινόφρονα» μαργιόλια της «απέσπασε την έγκριση του Χριστού για τη διαγωγή της», πρόκειται για διεγνωσμένη λαϊκή υστερία και μανία.

    Ως κυλιόμενο παραμύθι, πριν από την ενσφήνωσή της στα Ευαγγέλια αναφέρουν την τσόντα το αλεξανδρινό αρειανικό απόκρυφο του Ν΄ αιώνος Διαταγαί των αποστόλων (2,24,6), που την υποστηρίζει, στη δε λατινόγλωσση Δύση ο Αμβρόσιος Μεδιολάνου, κι έπειτα τον Ε΄ αιώνα οι Ιερώνυμος και Αυγουστίνος με επιφυλάξεις. Την αγνοεί ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, που ερμηνεύει λέξη προς λέξη όλο το Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, όπου τσονταρίστηκε μετά 1,5 αιώνα η τσόντα, ο σπουδαιότερος και εμβριθέστερος βιβλικός της αρχαίας εκκλησίας την αγνοεί, ή δεν καταδέχτηκε να κάνει γι’ αυτή ούτε υπαινιγμό. Παραθέτω τη σχετική περικοπή από το εξηγητικό του Υπόμνημα εις το Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, στους στίχους 22,16-23,3:

    «Ποίαν γὰρ ἀκολουθίαν ἔχει, εἰπέ μοι, εἰπόντος ἐκείνου ὅτι ‘Ὁ νόμος ἡμῶν οὐ κρίνει οὐδένα,’ εἰπεῖν ‘Μὴ καὶ σὺ ἐκ τῆς Γαλιλαίας εἶ;’ δέον γὰρ δείξαι, ὅτι οὐκ ἀκρίτως ἔπεμψαν αὐτὸν καλέσαντες, ἢ ὅτι οὐ χρὴ μεταδοῦναι λόγου, ἀγροικότερον καὶ θυμικώτερον κέχρηνται τῇ ἀντιρρήσει· ‘Ἔρώτησον καὶ ἴδε, ὅτι ἐκ τῆς Γαλιλαίας προφήτης οὐκ ἐγήγερται.’ τί γὰρ εἶπεν ὁ ἄνθρωπος; ὅτι προφήτης ἐστίν; εἶπεν ὅτι ἄκριτον ἀναιρεθῆναι οὐ δεῖ. οἱ δὲ ὑβριστικῶς, ὡς οὐκ εἰδότι περὶ τῶν Γραφῶν οὐδέν, ταῦτα ἐπήγαγον, ὡσανεὶ εἴποι τις· ‘Ὕπαγε μάθε.’ τοῦτο γάρ ἐστιν ‘Ἔρώτησον καὶ ἴδε.’ τί οὖν ὁ Χριστός; ἐπειδὴ ἄνω καὶ κάτω τὴν Γαλιλαίαν ἔστρεφον καὶ τὸν προφήτην, ἀπαλλάττων πάντας ταύτης τῆς ἀλλοτρίας ὑποψίας, καὶ δεικνὺς ὅτι οὐχ εἷς τῶν προφητῶν ἐστιν, ἀλλὰ τοῦ κόσμου Δεσπότης, φησίν· ‘Ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου,’ οὐ Γαλιλαίας, οὐ Παλαιστίνης, οὐδὲ τῆς Ἰουδαίας. τί οὖν οἱ Ἰουδαῖοι; ‘Σὺ περὶ σεαυτοῦ μαρτυρεῖς, ἡ μαρτυρία σου οὐκ ἔστιν ἀληθής.’» (Όμ. 52, § 2).

    Το παραμύθι δεν υπάρχει ούτε στην Ευαγγελική περικοπή της Πεντηκοστής, στη μέση της οποίας αργότερα τσονταρίστηκε.

    Στις σημερινές χρηστικές εκδόσεις του συνεχούς κειμένου, όπως είναι η της «Ζωής» και του «Σωτήρος», είναι τσονταρισμένη μετά το Ιω 22,18. Την έχουν δε ως έγκυρη κι ο αγγλικανός Farar στο έργο του «Η ζωή του Χριστού» κι ο μεταφραστής του Αλέξ. Παπαδιαμάντης, ο παραδοσιακός λογοτέχνης που πέθανε στα 59 του από το πολύ το τσιγάρο και από το πολύ το αλκοόλ.

    Μια μαρτυρία από τον δήθεν Παππία του Β΄ αιώνος (στον Ευσέβιο Καισαρείας, Εκ. Ιστ. 3,39,17) ότι «(Ο Παππίας) εκτέθειται και άλλη ιστορία περί γυναικός επί πολλαίς αμαρτίαις διαβληθείσης επί του Κυρίου, ην το Καθ’ Εβραίους Ευαγγέλιον περιέχει», δεν μαρτυρεί τίποτε για τη γνησιότητα του διηγήματος, πρώτον διότι εκεί λέγεται ότι το διήγημα περιέχεται στο μεταγενέστερο και ψευδεπίγραφο Καθ’ Εβραίους Ευαγγέλιον. Ο Παππίας γνωρίζει και τα τέσσερα κανονικά Ευαγγέλια· άρα, εφ’ όσον είδε το διήγημα στο Καθ’ Εβραίους Ευαγγέλιον, και αν ακόμη ήταν παραλλαγή του εν λόγω διηγήματος, αυτό σημαίνει ότι δεν το έβρισκε σ’ ένα από τα τέσσερα κανονικά Ευαγγέλια, και δεύτερον διότι τ’ αποσπάσματα που ανθολογεί ο αρειανός Ευσέβιος Καισαρείας ως του Παππίου είναι ψευδεπίγραφα και πλαστά, μεταγενέστερα του Παππίου, και ανήκουν σ’ έναν μικροναΐκο, όπως φαίνεται από τις τερατώδεις βλακείες που λένε για το θάνατο του προδότη Ιούδα, πρόκειται για κάποιον μεταγενέστερο και τελείως αναξιόπιστο και γελοίο βλάκα που παρίστανε τον Παππία. Αλλά όπως και αν έχει το πράγμα, το αναφερόμενο σ’ αποσπάσματα διήγημα δεν βρισκόταν στα τέσσερα κανονικά Ευαγγέλια, που γνώριζαν ο πραγματικός Παππίας του Β΄ αιώνος. Και τα μέχρι τον 6ο αιώνα χειρόγραφα του ελληνικού αποστολικού πρωτότυπου κειμένου.

    Πέρα όμως από αυτά που προκύπτουν από τη βιβλική χειρόγραφη παράδοση και από τις έξω από αυτή παραδόσεις και μαρτυρίες για το παραμύθι της αμετανόητης μοιχαλίδας, έχω να προσθέσω και πέντε επιχειρήματα αμάχητα.

    Το παραμύθι περιέχει την εντελώς ανιστόρητη «πληροφορία» ότι οι άσπονδοι εχθροί του Χριστού Ιουδαίοι γραμματείς και φαρισαίοι τον διόρισαν ανώτατο δικαστή, με δικαιοδοσία από αθώωση μέχρι επιβολή θανατικής ποινής, στη δίκη της μοιχαλίδας, και μετά τη χωρίς μαρτυρικές καταθέσεις και άλλες απαραίτητες αιτιολογήσεις διαδικασία, με αναγνώριση δηλαδή μιας θείας και υπεράνω κάθε κριτικής απόφασης του αποδέχτηκαν ως έγκυρη την αθώωση της μοιχαλίδας. Αλλά ο Χριστός δεν ήταν αποδεκτός από τους αρχιερείς και γραμματείς και φαρισαίους σε τίποτε· ούτε βέβαια ως δικαστής τελεσιδίκων αποφάσεων, είναι τρελό και να το φανταστεί κανείς, αλλιώς ούτε και θεσμικά ο Χριστός ήταν δικαστής, κι ούτε αποπειράθηκε ποτέ να γίνει το δικαστή, οι δικαστές ήταν ή της φυλής Λευΐ, οι «εκκλησιαστικοί», ή ηρωδιανοί πράκτορες, οι πολιτικοί, ενώ ο Χριστός ήταν από τη φυλή του Ιούδα, και δεν ήταν εντεταλμένος πολιτικός πράκτορας του Ηρώδου. Έπρεπε δε και οι δύο αυτοί, προκειμένου για θανατική ποινή, που προβλεπόταν για τις μοιχαλίδες, να έχουν και την έγκριση του Ρωμαίου ηγεμόνος της Παλαιστίνης Πιλάτου, αν δηλαδή -έστω και η παραχώρηση- ο Χριστός καταδίκαζε την αμετανόητη μοιχαλίδα, στη συνέχεια έπρεπε να την προσαγάγει στον Πιλάτο για την προσυπογραφή της καταδίκης της. Κι αν ο Χριστός τολμούσε και έκανε τέτοια δίκη, θα τον σταύρωναν δικαίως παραυτίκα και μόνο γι’ αυτό. Πολύ παλαβός ο συντάκτης αυτής της τσόντας, που φαντάστηκε κάτι τέτοιο· σε χρόνια πολύ μεταγενέστερα βέβαια, όταν οι Χριστιανοί δεν ήξεραν τι ίσχυε στην αρχαιότητα και στην τότε ιουδαϊκή και ρωμαϊκή πραγματικότητα· πολύ τσαρλατάνος, στα χρόνια των αποστόλων ένα τέτοιο ψέμμα δεν θα το πίστευε ούτε ο πιο χαζός, δεν θα τολμούσε ούτε να βγει από το στόμα του ψεύτη, τα λεγόμενα στην τσόντα είναι πράγματα που γίνονται μόνο στα παραμύθια των ψευδεπιγραφών βιβλίων των νικολαϊτών. Καθώς δε ο Χριστός ήταν από τη φυλή του Ιούδα και λαϊκός, και όχι φορεύς ιερωσύνης Λευΐτης του δήμου Μεραρί που ήταν οι νόμιμοι δικαστές, καταπάτησαν οι γραμματείς και φαρισαίοι και τον ίσχυοντα μωσαϊκό νόμο με ομόφωνη αποδοχή της αρμοδιότητάς του και παραδοχή του κύρους του ως θείου· πράγματα που μπορούν να γράφονται και να διαβάζονται μόνο από φρενοβλαβείς ή και απατεώνες πονηρότατων επιδιώξεων.

    Στα γνήσια και κανονικά Ευαγγέλια ο απείρως φιλάνθρωπος Χριστός, που σε περίπτωση μετανοίας συγχωρεί στους αμαρτωλούς τα πάντα (Μθ 39,6· Λκ 18,9-14′ 36,1-18· 77,1 κ.εξ., 101,1-10), συγχωρεί πόρνες και τελώνες, αλλά μόνον όταν μετανοούν, στην παγκόσμια ιστορία δεν υπήρξε πιο ελεήμων από τον Χριστό· αλλά μόνο μετά από μετάνοια του αμαρτωλού, αλλιώς καταδικάζει και τους τελώνες, όταν λέει για την πρέπουσα συμπεριφορά των δικών του προς τους αμετανοήτους “Έστω σοι ώσπερ ο εθνικός και ο τελώνης (Μθ 82,4)· δηλαδή «Έχε τον γι’ αμετανόητο βρομόσκυλο και φίδι σαν τον ειδωλολάτρη και τον τελώνη», κι αυτά τα γράφει ο πρώην τελώνης Ματθαίος. Ο Χριστός δεν δίδαξε ποτέ στους Χριστιανούς να είναι αγαπησιάρηδες λελέδες. Μετά από ειλικρινή και έμπρακτη μετάνοια έδωσε πάντοτε συγχώρηση· ουδέποτε έδωσε αμνηστία, ούτε επιτρέπει την αμνηστία, την οποία συμφωνούν χωρίς εκδήλωση μετανοίας οι πολιτικοί εις αλλήλους, μόνο για να μηδενίσουν τα κοντέρ τους και να ξαναρχίσουν τα ίδια, μέχρι να φάει ο ένας τον άλλο, εδώ οι μάγειροι και τσονταριστές του μύθου της αμετανόητης καρατέτοιας μοιχαλίδας θέλουν τον Χριστό να δίνει αμνηστία χωρίς την παραμικρή εκδήλωση μετανοίας. Ούτε μετάνοια, ούτε εξομολόγηση, ούτε δάκρυ, και κυρίως ούτε απόφαση για μη συνέχιση της αμαρτίας, και φτιάχνουν έναν τέτοιο Χριστό, ψεύτικο, οι παμπόνηροι αμετανόητοι έφτιαξαν παμπόνηρο παραμύθι για χαζούς Χριστιανούς. Πολύ εμετικό το σκεύασμα της μοιχαλίδας των κουτοπονήρων.

    Κι εκείνο το κουτοπόνηρο και κτηνώδες νικολαϊτικό σλόγκαν! Ο αναμάρτητος υμών πρώτος βαλέτω λίθον! Αν ήταν αυτό σωστό, δεν έπρεπε να γραφεί ούτε η Καινή Διαθήκη ούτε και η Παλαιά. Ενώ ο θεόπνευστος Παύλος γράφει για τον ενδεχομένως ακόλαστο και κακούργο ηγέτη· Ουκ εική την μάχαιραν φορεί’ θεού γάρ διάκονος εστίν (Ρω 23,5). Εάν κατά το πρόστυχο αυτό και κυνικό νικολαϊτικό σλόγκαν έπρεπε να δικάζουν μόνον οι αναμάρτητοι, τότε θα έπρεπε να μην υπάρχει κανένα είδος δικαιοσύνης και ποινής και εννόμου τάξεως στον κόσμο, είναι σλόγκαν βρομόσκυλων· και κυρίως εκείνων που απαιτούν για τον εαυτό τους ασυλία ακολασίας, γι’ αυτό και η τσόντα αυτή ευδοκίμησε κυρίως στα κλίματα του χαλίφη του Βατικανού, που εξασφαλίζει στα βρομόσκυλά του ασυλία ακολασίας, κι ο λαός την θέλει αυτή την ασυλία, φαίνεται αυτό και στη λεγόμενη Μεγάλη Τρίτη το βράδυ, όταν όλοι και όλες, όσοι δεν πατούν στην εκκλησία ποτέ, πηγαίνουν ν’ ακούσουν εκείνο το τροπάριο της αρχαίας ελληνόγλωσσης παπικής μοναχής Κασσιανής με τον υπέροχο στίχο και την υπέροχη μουσική, που το λαρυγγίζουν οι μερακλήδες ψαλτάδες με υπέροχο μεράκι και το ακούν επί μισή ώρα όλες οι καρατέτοιες σκουπίζοντας μ’ εφτά μεταξωτά μαντηλάκια τα υστερικά δάκρυά τους και τις μύξες τους, και υπεραγαπούν την πόρνη! Ποια πόρνη; Η αδερφή του Λαζάρου Μαρία, η την αγαθήν μερίδα εκλεξαμένη, δεν ήταν πόρνη· ήταν μια αγνή και αθώα παρθένος, πόρνη την έκανε ο ανόητος συντάκτης της ακολουθίας της Μεγάλης Τρίτης με δασκάλα του σ’ αυτό την τσαχπίνα παπική μοναχή – ποιήτρια Κασσιανή, που βοηθούσε μ’ αυτή την πλαστογραφία της τον χαλίφη του Βατικανού να ηρεμήσει τις ταραγμένες συνειδήσεις των υποχρεωτικώς άγαμων και στην πράξη βρομόσκυλων λεγεωνάριων του με κάτι περικοπές σαν την της αμετανόητης μοιχαλίδας και τα ψευδολογικά τροπάρια της Κασσιανής και άλλα τέτοια βρόμικα λογοτεχνήματα, η υποθετική στο διήγημα μοιχαλίδα δεν εκφράζει ούτε την παραμικρή μετάνοια, αντίθετα διακρίνεται σ’ αυτήν ένα θράσος προστυχιάς, το δε μέχρι τις ημέρες μας διαβόητο σλόγκαν ο αναμάρτητος πρώτος βαλέτω λίθον, που είπε δήθεν ο Χριστός, προπαγανδίζει ύπουλα και αναιδώς μια γενική ατιμωρησία, ό,τι πιο φαύλο και πρόστυχο μπορεί να διανοηθεί άνθρωπος της παρακμής στο κορύφωμα της εγκληματικής υστερίας του. Νικολαϊτικό και βρόμικο σλόγκαν της έσχατης διαφθοράς, πολύ «συγκινητικό» για κάθε βρόμικο νικολαΐτη, διότι είναι απολογία και «άποψη» του κάθε νικολαΐτη της κάθε εποχής, είναι δε και βλασφημία κατά του Κυρίου να βάζουν στο στόμα του τέτοιο βρόμικο σλόγκαν, σενάριο καταλληλότατο για πρόστυχα χολιγουντιανά γυρίσματα «της ζωής του Χριστού» ή «των παθών του Χριστού», που προκαλούν τις υστερικές κλάψες κάθε προστυχούλας και βρομούλας Κατίνας, η δε κατάφωρη και αδίστακτη καταπάτηση του μωσαϊκού νόμου από τον δήθεν Χριστό, πριν από την εκ θεού ακύρωσή του, ότι δήθεν οι μεν φαρισαίοι του είπαν ότι εν τω νόμω ημών Μωυσής ενετείλατο τας τοιαύτας λιθάζειν, ο δε δήθεν Χριστός αποφάσισε την άνευ μετάνοιας αθώωσή της, βάζει στη σκέψη του συνετού και σώφρονος ανθρώπου το συμπέρασμα «Συνεπώς οι Ιουδαίοι καλά έκαναν που θανάτωσαν τον Χριστό ως καταπατητή του μωσαϊκού νόμου».

    Κι εκείνο το γριφώδες και φακιρικό και «μυστηριώδες» και ταχα μου «συμβολικό», που επαναλαμβάνεται, ότι δήθεν αντί άλλης δικαστικής διαδικασίας, που «θα τρόμαζε την καημένουλα μοιχαλίδα», ο Χριστός ως δικαστής έσκυβε κάτω κι έγραφε (= ζωγράφιζε; υπέγραφε; έγραφε;) με το δάχτυλο στο χώμα, είναι από τα εμετικά και υστερικά λαϊκίστικα καμώματα, που σκαρφίζονται για τους «βαθυστόχαστους» λελέδες όλα τα κατακάθια της αδικίας και της προστυχιάς και της θηριωδίας του νικολαϊτικού τύπου, και δεν λέγεται τι έγραφε· «αυτό το νιώθουν» μόνο οι λελέδες με τις «ευαισθησίες» τους. Είποια δήθεν αντιμάχονται οι «κακοί φαρισαίοι» (= οι αγνοί Χριστιανοί), ενώ προσυπογράφει με το δάχτυλό του ο «καλοσυνάτος Χριστός»· είναι κάτι που, νομίζω στην εποχή μας και σε κάθε αποχριστιανισμένη εποχή, έχει επιτευχθεί χάρι στο προστυχό θράσος των μοιχών, η αξίωση που προβάλλει ο συντάκτης του βρόμικου παραμυθιού δεν είναι περιστασιακή φιλανθρωπία αλλά θεσμική ιταμότητα. Και η δεύτερη κρύβεται κάτω από το πρόσχημα της πρώτης σαν κουτοπόνηρη – παμπόνηρη μέθοδος της καμήλας του Βεδουΐνου. Ναι το μαγικό – φακιρικό – μυστικοπαθές τσαλίμι, που εντυπωσιάζει τους τοιουτοτρόπους. Η Βίβλος τέτοιες χαζομάρες δεν έχει ποτέ, της μοιάζει μόνο εκείνο το διαβόητο 666 που τσονταρίστηκε στην Αποκάλυψη -και που μάλλον είναι του ίδιου αρχισυντάκτη μ’ αυτό εδώ-, για το οποίο θα πω παρακάτω, η Βίβλος δεν είναι Σολομωνική ούτε τράπουλα Ταρώ ούτε γιαλίνη σφαίρα χαρτορίχτρας. Ο συντάκτης αυτών ήθελε κατά την τσαρλατανική του απάτη να προσεταιριστεί και τους τοιουτοτρόπους και τους τοιουτοθαυμαστάς. Η ασυλία της ακολασίας και η αμνηστία της αμετανοησίας θέλγει πολύ κόσμο και ιδίως τέτοιον, είναι η κυριότερη κάψα του κόσμου, αυτή η κάψα διώκει τους Χριστιανούς επί τρεις αιώνες, κι έπειτα επί πολλούς αιώνες παρήγε «ιερές παραδόσεις»· και θα τους διώξει και στο μέλλον, υστερική και λυσσασμένη κάψα, και κάτι που λίγοι θα καταλάβουν γιατί το λέω· η Αλεξάνδρεια και η Ρώμη ήταν κατά τα πρώτα χριστιανικά χρόνια οι δύο μεγαλύτερες και βρομερότερες πόλεις του κόσμου, κι αν ήθελα να πω τα ονόματα τους «μεταφρασμένα» θα τις έλεγα Ρίο Ντε Τζανέιρο και Λος Άντζελες του οποίου προάστειο είναι το Τίμιο Ξύλο (= Hollywood).

    Έκτος από νικολαϊτική προστυχιά το παραμύθι της μοιχαλίδας βρομοκοπάει και φρενοβλαβική φαντασιοκοπία, είναι σκληρώς αντιβιβλικό, αντευαγγελικό και αντιχριστιανικό. Η μοιχεία είναι η βδελυρώτερη παραλλαγή πορνείας, και το θέμα του βρόμικου αυτού παραμυθιού, αν παρατηρήσει κανείς προσεκτικά, δεν είναι «η δικαίωση της μοιχαλίδας» αλλά «η θριαμβευτική νομιμοποίηση της μοιχείας», την οποία δήθεν αντιμάχονται οι «κακοί φαρισαίοι» (= οι αγνοί Χριστιανοί), ενώ προσυπογράφει με το δάχτυλο του ο «καλοσυνάτος Χριστός»· είναι κάτι που, νομίζω στην εποχή μας και σε κάθε αποχριστιανισμένη εποχή, έχει επιτευχθεί χάρι στο προστυχό θράσος των μοιχών, η αξίωση που προβάλλει ο συντάκτης του βρόμικου παραμυθιού δεν είναι περιστασιακή φιλανθρωπία αλλά θεσμική ιταμότητα. Και η δεύτερη κρύβεται κάτω από το πρόσχημα της πρώτης σαν κουτοπόνηρη – παμπόνηρη μέθοδος της καμήλας του Βεδουΐνου.

    Συγγραφέας: Δρ Κωνσταντῖνος Σιαμάκης
    Απόσπασμα απο το βιβλίο ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗ ΒΙΒΛΟ ΤΟΜΟΣ 2 “ΚΕΙΜΕΝΟ”
    Οβελισμοί σελίδες 264-272
    ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΝΑΞ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2020

    1. *Οι παραπομπές εδαφίων εντώς παρενθέσεων χρησιμοποιούν διαφορετική αρίθμηση απο την παραδοσιακή, διοτι παραπέμπουν κατα την αρίθμηση που έχουν η Παλαιά και η Καινή Διαθήκη του Δρα. Κωνσταντίνου Σιαμάκη. ↩︎